Πριν μερικούς μήνες είχα εκπλαγεί όταν ανακάλυψα πόσο πρόσφατη γνώση είναι ο αριθμός των χρωμοσωμάτων στον άνθρωπο. Δεν περίμενα όμως ότι θα εκπλησσόμουν ακόμη περισσότερο, όπως όταν έμαθα ότι η διάκριση των οργανισμών σε ευκαρυωτικούς και προκαρυωτικούς – κάτι δηλαδή σαφώς θεμελιωδέστερο, από τον αριθμό των χρωμοσωμάτων, έγινε μόλις το 1962. Η γνώση αυτή υπέπεσε στην αντίληψή μου διαβάζοντας ένα ενδιαφέρον εκλαϊκευτικό βιβλίο με τίτλο: 50 ideas you really to know BIOLOGY (συγγραφέας JV Chamaary, εκδόσεις Querqus), που αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο θέμα. Όμως το κεφάλαιο ήταν μικρό, ενώ η περιέργειά μου, για το πώς διακρίνονταν οι οργανισμοί, πριν το 1962, μεγάλη ώστε να αποφασίσω να το ψάξω λίγο περισσότερο το πράγμα.
Ας ξεκινήσω λοιπόν από τα βασικά. Ο πρώτος που διέκρινε με συστηματικό τρόπο τους οργανισμούς, ήταν ο Κάρολος Λινναίος, στο έργο του Systema Naturae, του οποίου η πρώτη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1735. Τους χώρισε σε δυο μεγάλα Βασίλεια, αυτό των Φυτών (Plantae) και αυτό των Ζώων (Animalia). Στο Βασίλειο των Φυτών υπήγαγε τα πράσινα φυτά, τα βρύα, τις φτέρες, τα φύκη, τους μύκητες, αλλά και τα βακτήρια και τους λειχήνες. Στο Βασίλειο των ζώων κατέταξε εκτός των πολυκυττάρων ζώων, και τα μονοκύτταρα.
Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν το σύστημα των «Δύο Βασιλείων» του Λινναίου άρχισε να κλονίζεται, πρώτον διότι δεν μπορούσε να συμπεριλάβει την ολοένα ανακαλυπτόμενη ποικιλομορφία των οργανισμών και δεύτερον διότι άρχισε να εδραιώνεται η πεποίθηση ότι οι μύκητες δεν είναι φυτά, και ότι μερικά από τα θεωρούμενα ως μονοκύτταρα ζώα, ίσως να είναι φυτά. Έτσι άρχισε να ωριμάζει η ιδέα ενός συστήματος με περισσότερο από δυο Βασίλεια. Και πράγματι ο Γερμανός βιολόγος Ernst Haeckel το 1866 πρόσθεσε ένα τρίτο Βασίλειο, αυτό των Πρωτίστων, για να «χωρέσει» σε αυτό, όσους μονοκύτταρους οργανισμούς δεν ταίριαζαν στη διχοτομία του Λινναίου, μολονότι μερικοί από αυτούς εμφάνιζαν ζωικά χαρακτηριστικά (π.χ. κίνηση, κατάποση τροφής), όπως η Αμοιβάδα, ενώ άλλοι είχαν δυνατότητα φωτοσύνθεσης, όπως π.χ. Ευγλήνη. Στο Βασίλειο αυτό δημιούργησε μια υποδιαίρεση – ένα φύλο δηλαδή – τα Μονήρη που περιελάμβανε οργανισμούς με εξαιρετικά απλή οργάνωση, απλά κομμάτια δηλαδή πρωτοπλάσματος – όπως τους αντιλαμβανόταν, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι αυτοί που αναγνωρι΄ζουμε σήμερα, ως βακτήρια.

Έτσι φτάνουμε στη σύγχρονη εποχή. Η πρόοδος της οπτικής μικροσκοπίας, και πολύ περισσότερο η δεξιότητα ενός επιστήμονα να αναγνωρίζει και να περιγράφει μοτίβα, του επέτρεψαν να διαχωρίσει τους οργανισμούς σε δυο νέες μείζονες κατηγορίες. Ο επιστήμονας αυτός που ονομαζόταν Édouard Chatton στην εργασία του με τίτλο: Pansporella perplex: Reflections on the Biology and Phylogeny of the Protozoa η οποίο δημοσιεύθηκε το 1925, εισηγήθηκε τη διάκριση των οργανισμών σε Ευκαρυωτικούς (οι οργανισμοί των οποίων τα κύτταρα έχουν διακριτό πυρήνα) και Προκαρυωτικούς (αυτοί των οποίων τα κύτταρα στερούνται πυρήνα). Ωστόσο αν και ο Chatton δεν ήταν άσημος – ήταν ήδη καθηγητής Γενικής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου – η εργασία του, σε μια ιστορική αναβίωση της περίπτωσης του Mendel αγνοήθηκε, ΄όπως θα δούμε, για κοντά 40 χρόνια…
Το 1956 ο Αμερικανός βιολόγος Herbert Copland απέσπασε τα Μονήρη, από τα Πρώτιστα του Haeckel, αναβαθμίζοντάς τα από τη συστηματική μονάδα του φύλου, σε Βασίλειο. Έτσι τα Βασίλεια, οι μεγάλες επικράτειες στις οποίες ταξινομούνται οι οργανισμοί έγιναν πλέον τέσσερα (Ζώα, Φυτά, Πρώτιστα, Μονήρη).

Φτάνουμε λοιπόν στο 1962, οπότε δυο ερευνητές, οι Roger Stanier και C. B. van Niel στην εργασία τους με τίτλο: «The Concept of a Bacterium», αξιοποιώντας τις γνώσεις που στο μεταξύ είχαν προστεθεί στους τομείς της γενετικής, της μοριακής βιολογίας και της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας, υπέδειξαν και καθιέρωσαν ως καθολικά αποδεκτή διχοτομία στην έμβια ύλη την ύπαρξη ή την έλλειψη πυρήνα, δηλαδή τον αγνοημένο διαχωρισμό του Chatton σε ευκαρυωτικούς και προκαρυωτικούς οργανισμούς.
Και επειδή «τέλος της Ιστορίας» δεν υπάρχει ούτε στη Βιολογία, στα χρόνια που επακολούθησαν ο Karl Woese, εισάγοντας τη μοριακή φυλογενετική (συνέκρινε τις αλληλουχίες του γονιδίου που κωδικοποιεί το RNA της μικρής ριβοσωμικής υπομονάδας στους ευκαρυωτικούς οργανισμούς και σε διάφορους προκαρυωτικούς), διεχώρισε τους προκαρυωτικούς οργανισμούς στα Βακτήρια και στα Αρχαία. Έτσι σήμερα, οι μείζονες επικράτειες των εμβίων όντων είναι: Τα Βακτήρια, τα Αρχαία (η παλαιά ενιαία κατηγορία των Προκαρυωτικών οργανισμών) και οι Ευκαρυωτικοί οργανισμοί (Πρώτιστα, Μύκητες, Φυτά, Ζώα).
Για τη διάκριση όμως αυτή, αξίζει ένα επιπλέον άρθρο, όπως επίσης και ένα για τον Γάλλο βιολόγο Édouard Chatton, ο οποίος εκτός από διακεκριμένος επιστήμονας, ήταν και ικανότατος ζωγράφος. Τα υπόσχομαι.
Σχετικά άρθρα:

