Αφορμή για τη δημοσίευση αυτή αποτελεί ένα άρθρο της Καθημερινής, δυο περίπου χρόνια πριν. Το άρθρο αφορούσε στην κρούστα την οποία παρουσιάζουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα, και πιθανολογούσε την αιτία εμφάνισής της. Σύμφωνα λοιπόν με τη γνώμη αρχαιολόγων κ.ά. επιστημόνων, όσον αφορά στη μαύρου χρώματος κρούστα, δεν χωράει αμφιβολία ότι είναι ανθρωπογενής· οφείλεται στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Επίσης η γκρίζα ή λευκή κρούστα των γλυπτών, αποδίδεται σε βιολογικούς παράγοντες, όπως οι λειχήνες (συμβιώσεις φυκών, μυκήτων). Εκεί όμως που επικρατεί σκοτάδι είναι στην προέλευση της πορτοκαλέρυθρης κρούστας που παρουσιάζουν τα γλυπτά. Ενώ μάλλον οφείλεται στους κρυστάλλους οξαλικού ασβεστίου, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν το οξαλικό ασβέστιο είναι συνέπεια της δράσης βιολογικών παραγόντων (πράγμα που μάλλον έχει αποκλειστεί από πρωτεομική ανάλυση), αν οφείλεται σε αντιδράσεις στις οποίες μετέχουν τα οξείδια σιδήρου, που φέρει το μάρμαρο, ή σε αντιδράσεις του με τον ατμοσφαιρικό αέρα (που επίσης φαίνεται να αποκλείονται ως αιτίες) ή αν η ύπαρξή τους είναι ανθρωπογενής.
Φυσικά το θέμα είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους αρχαιολόγους, καθώς ο προσδιορισμός της αιτίας για την οποία δημιουργείται αυτή η κρούστα, μπορεί να οδηγήσει στην προστασία των μαρμάρων, από την εξ αυτής διάβρωση.
Μήπως λοιπόν το θέμα είναι εκτός του ενδιαφέροντος ενός ηλεκτρονικού περιοδικού για τη βιολογία;
Απαντώ λοιπόν, ευθύς, πως όχι, και όχι μόνον εξαιτίας του ενδεχομένου εμπλοκής βιολογικών οργανισμών στη δημιουργία της κρούστας. Θυμίζω λοιπόν στους ενασχολούμενους με τις Θετικές Επιστήμες, και ειδικά με τη Βιολογία, ότι υπάρχει μια μεθοδολογική διάσταση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται τα διάφορα αντικείμενά τους. Η διάσταση είναι ανάμεσα στον αναγωγισμό και στη συνθετική ή ολιστική θεώρηση. Ο πρώτος, ας πούμε ότι επιχειρεί να μελετήσει το όλον (π.χ. τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ένα ρολόι ή ένα κύτταρο) αναλύοντάς το στα μέρη του – γρανάζια στην περίπτωση των ρολογιών, οργανίδια και μόρια, στην περίπτωση των κυττάρων.
Η δεύτερη – με το εύλογο επιχείρημα ότι το «όλον είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του» – μελετά το όλον, ως ένα ενιαίο σύστημα, προσπαθώντας να καταλάβει, πώς τα επιμέρους μέρη του αλληλεπιδρούν και συναρμόζουν το ένα με το άλλο.
Αυτή λοιπόν τη διάσταση μου έφερε στο μυαλό ο γρίφος του προβλήματος της πορτοκαλέρυθρης κρούστας που εμφανίζουν γλυπτά, κατασκευασμένα από πεντελικό μάρμαρο.
Ενώ λοιπόν, διάφοροι ερευνητές εστίασαν στη μελέτη της σύστασης της κρούστας – δηλαδή υιοθετώντας την αναγωγική μέθοδο – ο Μανώλης Κορρές ακολουθεί την ολιστική.
Διαβάστε, λοιπόν, τι δηλώνει για το επίμαχο θέμα στην εφημερίδα Καθημερινή:
«Ο μόνος λόγος που δεν έχει προσδιοριστεί η προέλευση της κρούστας, είναι ότι καθένας ασχολείται με ένα συγκεκριμένο σημείο, ενός ορισμένου μνημείου, προσπαθώντας να βρει εκεί απαντήσεις», λέει ο κ. Κορρές και σημειώνει ότι πορτοκαλέρυθρη κρούστα εντοπίζεται και σε μια μεσαιωνική κόγχη στον τέταρτο κίονα της νότιας πλευράς του Ολυμπιείου. «Η προσέγγισή μου είναι η παρατήρηση», καταλήγει. «Και είναι προτιμότερες οι πολλές παρατηρήσεις, παρά τα ξύσματα ενός θραύσματος σε ένα εργαστήριο με μικροσκόπια και συστήματα ανάλυσης. Οι εικόνες που βλέπουμε με τα μάτια μας είναι καμιά φορά υπεραρκετές».
Διαβάζοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές συγκινήθηκα. Εννοείται πως δεν είστε υποχρεωμένοι, να συγκινηθείτε – όπως συγκινήθηκα εγώ, από τη μεταφορά μιας διάστασης από τη Βιολογία, στο πεδίο της Αρχαιολογίας. Ας πω όμως ότι την αναφέρω και για έναν πρόσθετο λόγο. Ο Μανώλης Κορρές, λέει και κάτι άλλο, το οποίο σχετίζεται με την οπτική των θετικών επιστημών. Λέει ότι «η προσέγγισή μου, είναι η παρατήρηση». Δεν θα έβρισκα λοιπόν καλύτερο τρόπο να αποτίσω φόρο τιμής στην παρατήρηση, την τόσο σπουδαία μέθοδο ερμηνείας των φυσικών φαινομένων, που θεωρείται «δευτεροκλασάτη» εν σχέση με το πείραμα…
Ο σύνδεσμος προς το άρθρο της Καθημερινής, από εδώ.








