ΟΦρανσουά Ζακόμπ – ο Γάλλος βιολόγος που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ από κοινού με τον Ζακ Μονό για την ανακάλυψη του οπερονίου της λακτόζης, περιγράφει στο βιβλίο του: Σμιλεύοντας το εσώτερο άγαλμα (Εκδόσεις Ράππα), με τον ακόλουθο σπαρταριστό και ταυτοχρόνως δηκτικό λόγο τις εντυπώσεις του από την πρώτη γνωριμία του με τον Τζέιμς Γουότσον, σε ένα επιστημονικό συμπόσιο που έγινε στην Οξφόρδη, το Πάσχα του 1952.
«Την εποχή εκείνη για τον Γάλλο φοιτητή που δεν είχε ακόμα εισχωρήσει σ’ ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο και δεν είχε αντικρίσει τους ενοίκους του, ο Τζέημς Γουότσον ήταν ένα εκπληκτικό πρόσωπο. Μακρύς, κρεμανταλάς, με αραιό τρίχωμα, είχε ένα αμίμητο ύφος. Αμίμητο, ως προς τον τρόπο που ντυνόταν: πουκάμισο έξω, γόνατα γυμνά, καλτσάκια στους αστραγάλους. Αμίμητο, ως προς τη σαστισμένη όψη του, τη μιμική του: με τα μάτια πάντα γουρλωμένα και το στόμα πάντα ανοικτό πρόφερε μικρές διακεκομμένες φράσεις που συνοδεύονταν από το επιφώνημα “Ά! α”. Αμίμητο επίσης, ως προς τον τρόπο με τον οποίο έφτανε σ΄ένα δωμάτιο, που σήκωνε το κεφάλι του όρθιο που αναζητεί σαν κόκορας, την πιο όμορφη κότα του, για να εντοπίσει τον πιο σημαντικό από τους επιστήμονες, να ορμήσει προς τη μεριά του και να εγκατασταθεί δίπλα του. Εκπληκτικό κράμα χοντράδας και φινέτσας. Παιδαριώδους συμπεριφοράς στις υποθέσεις της ζωής, και ωριμότητας στις υποθέσεις της επιστήμης».








