Την 25η Αυγούστου του 1753 ένας άνδρας στάθηκε στο βήμα της αίθουσας του Συμβουλίου του Λούβρου, για να εκφωνήσει την καθιερωμένη ομιλία, που έδινε κάθε νεοκλεγμένο μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Κι ο τίτλος της ομιλίας του φαινομενικά δεν ταίριαζε με το έργο που τον έκανε άξιο, για τη μια από τις σαράντα έδρες τις οποίες τα μέλη της Ακαδημίας, οι Αθάνατοι, διατηρούσαν ως τον θάνατό τους. Η ομιλία έφερε τον τίτλο: Λόγος περί του ύφους, ενώ ο ίδιος ήταν γνωστός ως φυσιογνώστης και συγγραφέας ενός μνημειώδους έργου το οποίο έφερε τον τίτλο: Φυσική Ιστορία.
Ο άνδρας αυτός ονομαζόταν Ζαν-Λουί Λεκλέρ, κόμης του Μπυφόν. Είχε γεννηθεί το 1707 στην ακμάζουσα οικογένεια ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, και μετά από τις σπουδές του στα Νομικά στράφηκε στη μελέτη της Ιατρικής, της Βοτανικής και των Μαθηματικών, στα οποία έδειχνε αξιοσημείωτη κλίση. Το 1740 εξέδωσε μια μετάφραση του βιβλίου του Νεύτωνα, «Ροές» στον πρόλογο της οποίας παρέθεσε τις διαφορές μεταξύ του Νεύτωνα και του Λάιμπνιτς στην επινόηση του απειροστικού λογισμού. Όμως το σημαντικό γεγονός της καριέρας του ήταν ο διορισμός του, στην ηλικία των 32 ετών, ως διευθυντή των Κήπων του Βασιλέως, που περιελάμβαναν έναν βοτανικό κήπο και ένα μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Καθήκον του ήταν να ολοκληρώσει την ταξινόμηση των εκθεμάτων του μουσείου, μια εργασία που τον συγκινούσε πολύ λιγότερο, απ’ όσο τον συνομίληκό του Σουηδό ιατρό, Κάρολο Λινναίο. Όμως το βαρετό αυτό, για τον Μπυφόν, έργο τον ενέπνευσε να αρχίσει να συγγράφει τη Φυσική Ιστορία, στην οποία φιλοδοξούσε κάτι εξίσου μεγαλεπήβολο με τον θεμελιωτή του συστήματος ταξινόμησης, Λινναίο. Ο Λινναίος επεδίωκε να ταξινομήσει τους υπάρχοντες οργανισμούς, ως μοναδιαίες υποστάσεις στο ταξινομικό σύστημά του. Ο Μπυφόν επεδίωκε να τους περιγράψει – ή ακόμη, καλύτερα να τους αφηγηθεί – ως μέρος της Φύσης την οποία αντιλαμβανόταν, ως ένα ενιαίο συνεχές. Κατά τη διάρκεια της ζωής του εκδόθηκαν – αρχής γενομένης από το 1749 – οι 35 τόμοι του έργου και ακολούθησαν, άλλοι 9, μετά τον θάνατό του.

Το έργο αυτό ήταν ένα μπεστ σέλλερ της εποχής του. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε 6 εβδομάδες, καθώς δεν υπήρχε εύπορη και μορφωμένη οικογένεια που να μην το αγοράσει, σε μια εποχή στην οποία είχε ανθίσει η μόδα για τις βοτανολογικές, εντομολογικές συλλογές, καθώς και τα δωμάτια ή ερμάρια παραδοξοτήτων. Όμως εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν κ.ά. σχετικά έργα, κανένα όμως, με την εκδοτική επιτυχία της «Φυσικής Ιστορίας». Ο λόγος βρισκόταν στην επιστημονική πρόζα του Μπυφόν. Ο Μπυφόν, έγραφε σαν μεγάλος λογοτέχνης. Οι περιγραφές των μορφολογικών χαρακτηριστικών των ζώων δεν ήταν στεγνές και τεχνικές. Είχαν δραματική ένταση, σπιρτάδα και διανθίζονταν από παραγράφους στις οποίες περιγράφονταν οι σχέσεις κάθε ζώου με άλλα, η συμπεριφορά του (ηθολογία) ή παρεμβάλλονταν φιλοσοφικοί στοχασμοί. Βεβαίως η πρόζα αυτή, είχε αποτελέσει αντικείμενου φθόνου των συγχρόνων του, που του καταλόγιζαν εξεζητημένη γραφή για θέματα τα οποία απαιτούσαν σαφήνεια και απλότητα. Ο φίλος του, ο μαθηματικός ντ΄Αλαμπέρ, τον αποκαλούσε «μεγάλο λογοπλόκο». Οι θεολόγοι τού είχαν επιτεθεί διότι τους ενοχλούσαν οι ιδέες του για τη γεωλογική ιστορία, που έρχονταν σε αντίθεση με τη Βίβλο, ενώ οι φυσιοδίφες και ανατόμοι τού καταλόγιζαν – δικαίως εν πολλοίς – ότι το περιεχόμενο του έργου του, είχε αντληθεί από τις παρατηρήσεις και τις ανατομές που έκαναν, τρίτοι οι οποίοι εργάζονταν για λογαριασμό του. Όμως είναι γεγονός πως ο Μπυφόν δεν χρησιμοποιούσε ποτέ κάποια από τις αναφορές που του κατέθεταν, αυτούσια. Την συνέγραφε ο ίδιος – στο πνεύμα της αντίληψής του για τον φυσικό κόσμο. Και η αντίληψή του αυτή, έχει επαινεθεί από σύγχρονούς μας εξελικτικούς, όπως ο Ερνστ Μάυρ (1904 -2005) που αποδίδει στον Μπυφόν, το μειξιολογικό κριτήριο για το είδος (δυο οργανισμοί, ανήκουν στο ίδιο είδος, αν μπορούν να παραγάγουν γόνιμους απογόνους) και τη συμβολή στην προλείανση του εδάφους για την έλευση του Δαρβίνου.
Έτσι λοιπόν, επανερχόμαστε στην περίφημη ομιλία του, κατά την τελετή υποδοχής του στην Ακαδημία. Στην ομιλία αυτή, εκτός από το διάσημο απόφθεγμά του: Το ύφος, το στυλ, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος – το οποίο συχνά χρησιμοποιούμε, αγνοώντας αυτόν που το εξέφερε – είχε πει επίσης πως: Μόνον τα καλογραμμένα έργα θα περάσουν στις επόμενες γενιές. Και πράγματι ο Μπυφόν έγραφε και ξαναέγραφε, ως 17 φορές κάθε κεφάλαιο του βιβλίο του. Και κάθε φορά το διάβαζε στους φίλους του, για να εντοπίσει λάθη, ή εκφραστικές αδυναμίες. Κι όταν ολοκλήρωνε την ανάγνωση του κεφαλαίου, ζητούσε από τους φίλους του, να του συνοψίσουν τα βασικά σημεία του. Αν διαπίστωνε ότι κάτι δεν είχαν κατανοήσει, ή είχαν παρανοήσει φόρτωνε στον εαυτό του την αστοχία και ξαναέγραφε το κεφάλαιο, μέχρι να πειστεί ότι το μήνυμά του και το περιεχόμενό του γινόταν κατανοητό από τον αναγνώστη.
Κλείνοντας λοιπόν αυτή τη μικρή παρουσίαση του έργου του Μπυφόν, θα ήταν παράλειψη να μη δοθεί στον αναγνώστη της σελίδας ένα δείγμα της σκέψης και της γραφής του, από την ομιλία του, αλλά και από τη Φυσική Ιστορία του. Αφού λοιπόν ο Μπυφόν ξεκίνησε την ομιλία του με μερικά εισαγωγικά κομπλιμέντα για το εκλεκτό ακροατήριό του, προχώρησε λέγοντας:
Μόνον στις φωτισμένες εποχές οι άνθρωποι έγραφαν και μιλούσαν καλά. Η αληθινή ευγλωττία είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη τη φυσική ευχέρεια του λόγου που δίνεται σε όλους όσοι έχουν έντονα πάθη και γοργή φαντασία… Αλλά σε αυτούς τους λίγους ανθρώπους που έχουν σταθερό μυαλό, λεπτό γούστο και εξαιρετική αίσθηση—και που, όπως εσείς, κύριοι, δεν δίνουν μεγάλη σημασία στον τόνο, στις χειρονομίες και στον κενό ήχο των λέξεων—πρέπει να υπάρχει ουσία, σκέψη και λογική. Πρέπει να υπάρχει η τέχνη της παρουσίασης αυτών, του ορισμού και της ταξινόμησής τους. Δεν αρκεί να χτυπήσουμε τα αυτιά και να τραβήξουμε τα μάτια. Πρέπει να δράσουμε πάνω στην ψυχή και να αγγίξουμε την καρδιά ενώ μιλάμε στο μυαλό… Όσο περισσότερη ουσία και δύναμη δίνουμε στη σκέψη μας διά του στοχασμού, τόσο ευκολότερο θα είναι να τις επιτύχουμε στην έκφραση.
Και λίγο πιο κάτω:
Μόνον τα έργα που είναι καλογραμμένα θα περάσουν στην αιωνιότητα. Η ποσότητα της γνώσης, η μοναδικότητα των γεγονότων, ακόμη και η καινοτομία των ανακαλύψεων, δεν αποτελούν βέβαιες εγγυήσεις αθανασίας. Αν τα έργα που τα περιέχουν αφορούν ασήμαντα αντικείμενα ή αν είναι γραμμένα χωρίς γούστο ή ευγένεια θα χαθούν. Διότι η γνώση, τα γεγονότα, οι ανακαλύψεις είναι πράγματα που εύκολα μπορούν να υποκλαπούν, να τα οικειοποιηθούν άλλοι, και μάλιστα να κερδίσουν τις εντυπώσεις, αν περιέλθουν στα κατάλληλα χέρια. Αυτά τα πράγματα είναι έξω από τον άνθρωπο, αλλά το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το ύφος δεν μπορεί να κλαπεί, να το μιμηθεί κάποιος άλλος ή να αλλοιωθεί. Αν είναι εξυψωμένο, ευγενές και υπέροχο, ο συγγραφέας θα θαυμάζεται εξίσου σε όλες τις εποχές, διότι μόνον η αλήθεια είναι διαρκής και αιώνια.
Και πάμε τώρα, σε δυο σπουδαία αποσπάσματα της Φυσικής Ιστορίας του. Στο πρώτο, αποθεώνει με τα λόγια αυτά τη φύση του αλόγου:
«Η πιο ευγενής κατάκτηση που έχει επιτύχει ποτέ ο άνθρωπος έναντι του ζωικού κόσμου είναι η εξημέρωση αυτού του ζωηρού και υπερήφανου ζώου, το οποίο μοιράζεται μαζί του τις κακουχίες του πολέμου και τη δόξα της νίκης. Εξίσου ατρόμητο με τον κύριό του, το άλογο αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και αντιμετωπίζει τον θάνατο με γενναιότητα. Εμπνευσμένο από τη σύγκρουση των όπλων, την αγαπά και καταδιώκει τον εχθρό με την ίδια θέρμη και αποφασιστικότητα. Απολαμβάνει επίσης το κυνήγι και τους αγώνες ιππασίας· στην κούρσα είναι γεμάτο φλόγα. Αλλά εξίσου υπάκουο όσο και θαρραλέο, δεν παραδίδεται στην ορμητικότητά του και ξέρει πώς να συγκρατεί το φυσικό και φλογερό του ταμπεραμέντο. Όχι μόνο υποτάσσεται στο χέρι που το καθοδηγεί, αλλά φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες του αναβάτη του· και είναι πάντα υπάκουο στις εντυπώσεις που δέχεται, προχωράει ή σταματά, ανάλογα με την επιθυμία του αναβάτη του. Το άλογο είναι ένα πλάσμα που θυσιάζει την ίδια του την ύπαρξη για την υπηρεσία του ανθρώπου, του οποίου τη βούληση ξέρει ακόμη και να προλαβαίνει και να εκτελεί με την ταχύτητα των κινήσεών του. Παραδίδεται χωρίς επιφυλάξεις, δεν αρνείται τίποτα, καταβάλλει προσπάθειες πέρα από τις δυνάμεις του και συχνά προτιμά να πεθαίνει παρά να παρακούσει». (ΙV τόμος).
Και στο δεύτερο, που αναφέρεται στον κάστορα, η πρόζα του γεμίζει από τον θαυμασμό για τη συλλογική ευφυία και τη μηχανική των ζώων,
«Οι αρχές του καλοκαιριού σημαίνουν τη συγκέντρωση των καστόρων. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ασχολούνται με την κατασκευή των φραγμάτων και των κατοικιών του. Τον Σεπτέμβριο συλλέγουν τις προμήθειές τους από φλοιό και ξύλο, και στη συνέχεια, απολαμβάνοντας τους καρπούς του μόχθου τους, γεύονται τις χαρές της οικογενειακής ηρεμίας· αυτή είναι η εποχή της ανάπαυσης, αλλά και, κυρίως, η εποχή του έρωτα. Καθώς γνωρίζονται και είναι προδιατεθειμένοι θετικά, ο ένας προς τον άλλον, εξαιτίας της συνήθειας, των χαρών και τις κοπιαστικής εργασίας της κοινής προσπάθειάς τους, κανένα ζευγάρι δεν σχηματίζεται τυχαία, ούτε από φυσική αναγκαιότητα, αλλά από κλίση και επιλογή. Ευτυχισμένοι ο ένας με τον άλλον, περνούν τους μήνες του φθινοπώρου και του χειμώνα μαζί, και σχεδόν ποτέ δεν χωρίζουν. Έχοντας στο σπίτι ό,τι μπορούν να επιθυμήσουν, δεν βγαίνουν έξω παρά μόνο για ευχάριστες και χρήσιμες εκδρομές. Σε αυτές τις περιπτώσεις φέρνουν στο σπίτι φρέσκο φλοιό, τον οποίο προτιμούν από αυτόν που είναι πολύ ξηρός ή έχει μουλιάσει πολύ στο νερό» (VI τόμος).

