Η ελληνική ιστορία ενός εκκεντρικού δανδή του 19ου αιώνα, που υπήρξε ταυτόχρονα ταλαντούχος κηποτέχνης, γοητευτικός τυχοδιώκτης, ακάματος ταξιδευτής και χαρισματικός συγγραφέας.
Ο Χέρμαν φον Πύκλερ-Μουσκάου γεννήθηκε στο Μούσκαου της Σαξωνίας στις 30 Οκτωβρίου του 1785 και ήταν ένα «παιδί της Κυριακής»· ένα παιδί που καθώς γεννήθηκε την ημέρα την αφιερωμένη στον Κύριο θα ήταν – σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή παράδοση – όμορφο, καλότυχο και ταλαντούχο. Και ο Πύκλερ δεν διέψευσε την πρόβλεψη της παράδοσης. Ήταν ένας γοητευτικός τυχοδιώκτης, ένας ταλαντούχος κηποτέχνης, ένας ακάματος ταξιδευτής και επίσης ένας χαρισματικός συγγραφέας, του οποίου τα κείμενα εκθείαζε ο Γκαίτε, και είχαν εμπνεύσει τον Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Ο Πύκλερ ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά ενός γάμου αριστοκρατών που είχε συναφθεί για καθαρά οικονομικούς λόγους. Στα νεανικά του χρόνια φοίτησε σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα νομικής για έναν χρόνο στη Λειψία, πριν τα εγκαταλείψει για να καταταχθεί ως υπολοχαγός στη Φρουρά της Σαξωνίας στη Δρέσδη. To 1804 πραγματοποίησε ένα οδοιπορικό στη Γαλλία, Ελβετία και Ιταλία που επιβεβαίωσε την αγάπη του για τα ταξίδια, και παγίωσε τη συνήθεια της επιμελούς καταγραφής των εντυπώσεών του. Το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κληρονόμησε τον τίτλο του βαρώνου, και το κτήμα στο Μουσκάου, που εκείνη την εποχή ήταν το μεγαλύτερο επί των γερμανικών κρατών. Κληρονόμησε όμως και και χρέη που τον κυνηγούσαν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ο Πύκλερ αναλαμβάνοντας το κτήμα, συνέλαβε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: Να το μετατρέψει – κατά το πρότυπο των Αγγλικών κήπων – σε έναν γιγαντιαίο κήπο, οποίος θα κατελάμβανε και τις δύο όχθες του ποταμού Νάισσε που το διέσχιζε.
Από το 1815, ως το 1845 αφιερώθηκε στην εφαρμογή του σχεδίου του. Οι οικονομικές, όμως δυσχέρειες, στάθηκαν αιτία ώστε το έργο να παγώνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, στη διάρκεια των οποίων ο Πύκλερ, δεν άφηνε τον χρόνο του να πηγαίνει χαμένος. Συμμετείχε στον Πόλεμο της απελευθέρωσης – όπως ονομάζουν οι Γερμανοί τον πόλεμο που οδήγησε τον Ναπολέοντα στην εξορία, στη νήσο Έλβα – όπου διακρίθηκε στο πεδίο της μάχης. Και με το τέλος του πολέμου αφού περιόδευσε, για έναν περίπου χρόνο στη Βρετανία στην οποία μελέτησε την αρχιτεκτονική των κήπων της, επέστρεψε στο Μουσκάου το 1815 για να συνεχίσει το έργο που είχε αφήσει ημιτελές. Αρωγός στην προσπάθειά του, ήταν η κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερή του, Λουκία φον Χάρντενμπεργκ με την οποία παντρεύτηκε το 1817. Το ζευγάρι το συνέδεε το όραμα για τη δημιουργία του κήπου στο Μουσκάου, η ιδιόρρυθμη ευρηματικότητά τους να το πραγματώσουν, η καλλιέργεια και το χιούμορ.

Σήμερα, κατά ένα μέρος ανήκει στη Γερμανία, και κατά το
υπόλοιπο στην Πολωνία. Το 2004 η UNESCO το ενέταξε στα μνημεία παγκόσμιας
κληρονομιάς
–
Και πράγματι όταν γύρω στο 1820 η περιουσία και των δυο είχε εξανεμιστεί στο πολυδάπανο σχέδιο, η Λουκία – η Λούσυ, όπως την αποκαλούσε – του έκανε την ασυνήθιστη πρόταση να χωρίσουν, ώστε να αναζητήσει μια πλούσια νύφη στη Βρετανία, της οποίας η περιουσία θα χρηματοδοτούσε το έργο! Ο Πύκλερ δέχτηκε, και το ζευγάρι χώρισε, με την αμοιβαία όμως υπόσχεση – την οποία τήρησαν – ότι η σχέση τους θα διατηρείτο, διά βίου. Στο διάστημα των δυο περίπου χρόνων της άκαρπης αναζήτησης πλούσιας κληρονόμου στη Βρετανία, έστελνε στη Λούσυ διασκεδαστικότατες, αλλά ταυτόχρονα και οξυδερκέστατες επιστολές στις οποίες περιέγραφε και σχολίαζε την αγγλική κοινωνία, τη βιομηχανία και τα ορυχεία της βιομηχανικής επανάστασης, καθώς και τη φτώχεια στις αγροτικές και αστικές περιοχές. Η ευφυέστατη Λούσυ, βλέποντας στις επιστολές αυτές μια πηγή εσόδων που θα μπορούσαν να στηρίξουν την προσπάθειά τους για το κτήμα στο Μουσκάου, τις εξέδωσε το 1830 υπό τον τίτλο: Επιστολές ενός αποθανόντα. Και είχε δίκιο. Η περίτεχνη λογοτεχνική πρόζα, η ζωντάνια των περιγραφών και η διεισδυτικότητα των σχολίων του δίτομου – τάχα μεταθανάτιου – έργου, το έκαναν μπεστ σέλερ στο γερμανόφωνο κοινό, ενώ μεταφράστηκε και στα Αγγλικά.
Η δημοσίευση του έργου σηματοδότησε την έναρξη της συγγραφικής δραστηριότητας του Πύκλερ. Στο διάστημα της ζωής του εξέδωσε δέκα περίπου τίτλους – ως επί το πλείστον πολύτομους – στους οποίους υπέγραφε με ψευδώνυμο, εξαιρουμένου ενός βιβλίου που εκδόθηκε το 1834. Το βιβλίο που είχε τίτλο: Σημειώσεις πάνω στην κηπουρική τοπίου, έγινε έργο αναφοράς στην κηποτεχνία και χάρισε στον Πύκλερ μια φήμη αντάξια των σύγχρονων μεγάλων αρχιτεκτόνων τοπίου της εποχής του, Friedrich Ludwig von Sckell και Peter Joseph Lenné.

Και στο σημείο αυτό μπαίνει η ελληνικού ενδιαφέροντος δραστηριότητά του. Το 1835 ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι, στην Αφρική και στην Ανατολή που διήρκησε περισσότερο από εξίμισι χρόνια. Το 1836 κι αφού είχε επισκεφτεί την Αλγερία, την Τυνησία, έφθασε μέσω Μάλτας στην Πάτρα και έμεινε, για έναν χρόνο στην Οθωνική Ελλάδα. Τις εντυπώσεις του από την περιήγηση αυτή τις παρέθεσε σε ένα τρίτομο έργο, με τίτλο: Νοτιοανατολική Πινακοθήκη, στο οποίο οι δύο τελευταίοι τόμοι, αποτελούν το οδοιπορικό του στην Πελοπόννησο, στην Αττική και στα νησιά. Το έργο, στην πλήρη μορφή του, είναι ένα ταξιδιωτικό αφήγημα, που έχει όμως και στοιχεία μυθοπλασίας. Τα στοιχεία αυτά αφαιρέθηκαν από την γερμανόφωνη έκδοση του βιβλίου του 1968, ώστε να απομείνει μόνο το ταξιδιωτικό κείμενο. Αυτού λοιπόν του βιβλίου αποτελεί μετάφραση το βιβλίο: Τα πάθη μου στην Ελλάδα, που εκδόθηκε το 2022, από τις Εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).
Ο Πύκλερ, ήρθε στην Ελλάδα έξι μήνες μετά την ενηλικίωση, και την ανάληψη του Ελληνικού θρόνου, από τον Όθωνα, ενώ η επίσκεψή του συνέπεσε με την επίσκεψη του πατέρα του Όθωνα, Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, στην Αθήνα. Ο Πύκλερ πίστευε ότι το βιβλίο θα είχε μεγάλη απήχηση στο γερμανικό κοινό, το οποίο θα ενδιαφερόταν να μάθει για το νεότευκτο βασίλειο και τον νεαρό ηγεμόνα του. Και πράγματι δικαιώθηκε· οι περιγραφές της Ελληνικής φύσης, των τοπίων της Ελλάδας, των αρχαιολογικών χώρων της, των προσωπικοτήτων της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της και του χαρακτήρα των Ελλήνων, τις οποίες έκανε, υπό το προσωπείο ενός φανταστικού ηδονοθήρα, αφηγητή, ονόματι: Φον Ρόζενμπεργκ, ήταν γλαφυρότατες, ευφυέστατες και οξυδερκέστατες.

αποκατάστασής του (©ΥΠΠΟΑ)
Από το κείμενο λοιπόν του Πύκλερ, που δεν είναι γραμμένο στο πνεύμα ενός άκριτου φιλελληνισμού και μιας υμνητικής αρχαιολατρίας της εποχής, ξεχώρισα ένα απόσπασμα που είναι συναφές με το αντικείμενο του biology4u.
Ο Πύκλερ εξαιτίας της αριστοκρατικής του καταγωγής – από το 1822 είχε αποκτήσει τον τίτλο του πρίγκηπα – κυρίως όμως χάριν της διασημότητας που του είχε προσδώσει το συγγραφικό του έργο, βρήκε στην Αθήνα, όλες τις πόρτες ανοικτές. Επιστρέφοντας λοιπόν μια βραδιά σπίτι του από την κατοικία του πρεσβευτή της Αυστρίας, φον Πρόκες – πρόκειται για το υπό αποκατάσταση κτίριο του Ωδείου των Αθηνών στη Φειδίου – το οποίο εκείνη την εποχή περιβαλλόταν από κήπους, σημειώνει τα ακόλουθα:
Κατ’αρχάς πρέπει να συμπληρώσω ότι στον δρόμο του γυρισμού επισκεφτήκαμε έναν κήπο του οικοδεσπότη μας, που οι αμυγδαλιές του, με το στιλπνό τους πράσινο, έμοιαζαν σαν να τις είχαν μόλις γυαλίσει. Στον τοίχο, στη σκιά ενός από αυτά τα δέντρα, κοιμόταν με τα φτερά ολάνοιχτα μια Ψυχή ζωγραφισμένη στην πέτρα, μια υπέροχη νυχτοπεταλούδα, που το άνοιγμα των φτερών της έφτανε πιθανόν τις πέντε με έξι ίντσες (σ.σ. 12 με 15 cm). Ξεκολλήσαμε τη χαλαρά βαλμένη πέτρα πάνω στην οποία ήταν γαντζωμένη, αλλά δεν σάλεψε. Παρακάλεσα να μου χαρίσουν για ενθύμιο αυτόν τον απρόσμενο καρπό του κήπου, κι έτσι μες στο αμάξι ο Λορέντσο (σ.σ. ο γραμματέας του) κρατούσε το έντομο στο χέρι του για περίπου μισή ώρα, ενώ η θαυμαστή νυχτοπεταλούδα συνέχιζε να κοιμάται, τεντώνοντας μόνον καμιά φορά τα πολύχρωμα φτερά της, σαν να βρισκόταν σε όνειρο. Καθ’ οδόν περάσαμε από το σπίτι κάποιου Γάλλου φυσιοδίφη. Είπαμε να τον φωνάξουν, για να θαυμάσει το εύρημά μας (το οποίο ευχαρίστως θα κρατούσε για τον εαυτό του) και για να μας πληροφορήσει επίσης, ποιος θα ήταν ο ταχύτερος τρόπος για να θανατώσουμε την πεταλούδα. Ο παχύς άντρας με την εύθυμη θωριά, είπε πως δεν χρειαζόταν άλλο από το να τρυπήσουμε την κρατούμενη με μια γερή καρφίτσα και να την καρφώσουμε σε φελλό. Επειδή έχει τόσο δυνατά φτερά και είναι τόσο πελώρια, δεν θα πάθει τίποτε, είπε, μόνον θα φτεροκοπήσει λιγάκι, το πρωί της επόμενης ημέρας όμως, ή το αργότερο της μεθεπόμενης ημέρας θα είναι σίγουρα νεκρή· αυτή η αργή διαδικασία ωστόσο, συνέχισε, παραμένει η ασφαλέστερη προκειμένου να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Ανατρίχιασα με την αφέλεια της ανθρώπινης ιδιοτέλειας, που και τα οστρακόδερμα τα βράζει ζωντανά, ώστε στο τραπέζι να έχουν πιο ζωηρό κόκκινο χρώμα, και σχεδόν άθελά μου, τα αισθήματα αυτά έγινα λόγια, που απετέλεσαν την αφετηρία μιας συζήτησης επ’ αυτού. Ακούστηκε ξανά το χιλιοδιατυπωμένο ερώτημα κατά πόσο ένα πλάσμα σαν κι αυτό διαθέτει νόηση […]
Ύστερα φτάσαμε στο σπίτι, και η άμαξα σταμάτησε απότομα έξω από την πόρτα. Και τότε η πεταλούδα ξύπνησε επιτέλους από τον μακρύ, γλυκύ ύπνο της, γλύστρισε από την πέτρα κι έπεσε στο χαριτωμένο ποδαράκι της όμορφης Ιρένε, σχηματίζοντας εκεί που το κορδόνι συγκρατούσε το υπόδημά της μια κυανοπόρφυρη αγκράφα. Το θέαμα ήταν υπερβολικά ωραίο, για να το χαλάσουμε αμέσως· όταν όμως κάναμε να ξαναπιάσουμε τη φυγάδα, εκείνη άξαφνα σηκώθηκε ψηλά, με το γοργό σαν του ανέμου πέταγμα του χελιδονιού, που άλλωστε το έφτανε σχεδόν σε μέγεθος, και όρμησε, πετώντας θριαμβευτικά πάνω από το σπίτι, προς τον γενέθλιο τόπο της. Μείναμε να την κοιτάζουμε, ενώ εγώ μέσα μου χαιρόμουν που εξαπάτησε εκείνη εμάς, και γλίτωσε όλα τα μαρτύρια που της μέλλονταν να πάθει […]
Με βάση την περιγραφή της νυχτοπεταλούδας στην οποία δεσπόζει το μεγάλο μέγεθος, δυο είναι τα είδη, από αυτά που ζουν στην Ελλάδα – μερικές πηγές αναφέρουν χιλιάδες – που συγκεντρώνουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες, κάποιο από αυτά να συναντήθηκε εκείνον τον Μάρτιο του 1836 με τον Πύκλερ

1ον: Η νυχτοπεταλούδα Saturnia pyri (παγώνι της νύχτας) που απαντιέται σε όλην την Ευρώπη, κυρίως όμως από τη νότιο Γαλλία και κάτω, και αγαπά να ζει σε οπωρώνες (αχλαδιές, μηλιές, αμυγδαλιές, κερασιές και γενικά σε δέντρα της οικογένειας Rosacea). Το μέγεθός της – το μεγαλύτερο από κάθε άλλο είδος νυχτοπεταλούδας, με άνοιγμα φτερών που φτάνει τα 17 cm – την καθιστά την πιθανότερη υποψήφιο για τη συνάντησή της με τον Πύκλερ. Ωστόσο το βασικό χρώμα της – που είναι γκριζοκαφέ – και τα φτερά της, που φέρουν 4 μεγάλες κυκλικές κηλίδες οι οποίες θυμίζουν τα «μάτια» των φτερών του παγωνιού – καθώς δεν περιεγράφησαν από τον Πύκλερ – αδυνατίζουν την υποψήφιοτητά της. Από την άλλη όμως, είναι γεγονός πως οι κηλίδες αυτές στο κέντρο τους φέρουν τους κυανοπόρφυρους ιριδίζοντες χρωματισμούς, που περιέγραψε ο Πύκλερ.

2ον: Η νυχτοπεταλούδα Catocala fraxini (blue underwing) η οποία συναντιέται, χωρίς όμως να αφθονεί στην Ελλάδα. Όταν είναι γαντζωμένη στους κορμούς των δέντρων, τότε δύσκολα διακρίνεται από αυτούς. Μόλις όμως ετοιμάζεται να πετάξει και ανοίγει τα οπίσθια φτερά της, τότε αποκαλύπτεται η εντυπωσιακή κυανοπόρφυρη ή βαθυκύανη ζώνη που φέρουν, η οποία αντιστοιχεί στον χρωματισμό που περιέγραψε ο Πύκλερ. Ίσως την υποψηφιότητά της για τη συνάντηση μαζί του, να την αδυνατίζει το άνοιγμα των φτερών της, που δεν ξεπερνά τα 10 cm. Όμως και στην περίπτωση αυτή το κριτήριο δεν είναι ακαταμάχητο. Ενδέχεται ο Πύκλερ να εντυπωσιάστηκε τόσο, από την εμφάνιση του εντόμου, ώστε να υπερτίμησε, ελαφρώς, τις διαστάσεις του.
Ας κλείσω λέγοντας, ότι το θαυμάσιο αυτό βιβλίο, πέραν των άλλων αρετών του, κοσμείται από μια εισαγωγή την οποία έχει συγγράψει ο αρχιτέκτων, πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς.

