Τον επιστήμονα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο, τον είχαμε συναντήσει στον «Πάνθηρα», ένα άρθρο αφιερωμένο στο ομώνυμο ποιήμα του Rainer Maria Rilke. Ότι ο Rilke – αφού ολοκλήρωσε το ποίημά του ανεζήτησε στον βιολόγο Jacob von Uexküll (Ουέξκουλ), τον αναγνώστη, που θα ήλεγχε την ορθότητα της περιγραφής του αιχμαλωτισμένου ζώου, ήταν κάτι που με είχε παραξενέψει διπλά: Συμβουλεύονται λοιπόν οι ποιητές τούς βιολόγους; αλλά και: Θα μπορούσε ο Ρίλκε να αποταθεί σε οποιονδήποτε βιολόγο; Μήπως ο Ουέξκουλ δεν ήταν απλώς ένας επιστήμονας, αλλά ένας άνθρωπος που διέθετε ιδιαίτερο πνευματικό εξοπλισμό, ώστε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του ποιητή;
Όταν λοιπόν διάβασα τον τρόπο με τον οποίο ο Ουέξκουλ προσέλαβε το ποίημα, η περιέργειά μου για τον άνθρωπο, αλλά και για τη βιοφιλοσοφική θεωρία του – υπό το πρίσμα της οποίας ανέγνωσε το ποιήμα, διεγέρθηκε ακόμη περισσότερο.
Το άρθρο λοιπόν που ακολουθεί περιλαμβάνει μια σύντομη περιγραφή της ενδιαφέρουσας θεωρίας του, που επηρέασε όχι μόνον τη βιολογία, αλλά και τα μαθηματικά και τις ανθρωπιστικές, λεγόμενες, επιστήμες.
Ο Ουέξκουλ έζησε στην εποχή της κυριαρχίας της μηχανιστικής σχολής την οποία είχε ιδρύσει ο Wilhelm Roux (Ρου). Οι θιασώτες της θεωρούσαν ότι οι λειτουργίες των οργανισμών αποτελούν μηχανικές διεργασίες, που μπορούν να ερευνηθούν και να αναπαραχθούν στο εργαστήριο. Κι ενώ ο Ουέξκουλ, δεν είχε καμιά αντίρρηση ότι η βιολογία έπρεπε να καταστεί μια πειραματική επιστήμη – άλλωστε και ο ίδιος ερευνούσε πειραματικά τη φυσιολογία των μυών – απέρριπτε την ιδέα ότι τα έμβια όντα αποτελούν απλώς, μηχανές. Στο συμπέρασμα αυτό τον είχαν οδηγήσει οι στοχασμοί που γεννήθηκαν από την εργασία του, αλλά και ένα πείραμα που είχε εκτελέσει ο φίλος του και συνομιλητής του Hans Driesch (Ντρις). Ο Ντρις, κόβοντας στη μέση ένα έμβρυο αχινού που βρισκόταν σε πρώιμο στα΄διο, διεπίστωσε ότι από καθένα από τα δυο μισά που είχαν προκύψει αναπτυσσόταν σε ένα πλήρες, αλλά μικρότερο, έμβρυο, γεγονός που αποδείκνυε ότι οι οργανισμοί δεν αποτελούν μηχανές: Αν χωρίσεις στα δυο μια μηχανή, κανένα από τα τμήματά της δεν είναι ικανό να την ανασυνθέσει.
Έτσι, όταν οι συνάδελφοι του Ουέξκουλ, ήταν αφοσιωμένοι στη διερεύνηση των φυσικοχημικών νόμων που διέπουν το φαινόμενο της ζωής, εκείνος έθεσε, τρόπον τινά, ένα φαινομενικά παράδοξο ερώτημα: Πώς είναι να είσαι νυχτερίδα, πτηνό ή έντομο. Και την απάντηση που έδωσε, θα σας την παραθέσω εν πρώτοις, υπό τη μορφή του προλόγου ενός βιβλίου του που εκδόθηκε το 1934. Το βιβλίο είχε τίτλο: Μια βόλτα στους κόσμους των Ζώων και του Ανθρώπου, και υπότιτλο: Ένα εικονογραφημένο βιβλίο για τους αόρατους κόσμους.
Εκεί λοιπόν έγραφε:
Αυτή η μικρή μονογραφία δεν αξιώνει να υποδείξει τον δρόμο προς μια νέα επιστήμη. Ίσως θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως μια περιπλάνηση σε άγνωστους κόσμους· κόσμους ξένους σε εμάς, αλλά γνωστούς σε άλλα πλάσματα — κόσμους πολυάριθμους και ποικίλους, όσο και τα ίδια τα ζώα. Η καταλληλότερη στιγμή για να ξεκινήσει κανείς μια τέτοια περιπέτεια είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Το σκηνικό: ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια, όπου αντηχεί το βουητό των εντόμων και πεταρίζουν οι πεταλούδες. Εδώ μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στους κόσμους των ταπεινών κατοίκων του λιβαδιού. Για να το πετύχουμε, πρέπει πρώτα —με τη φαντασία μας— να δημιουργήσουμε μια σαπουνόφουσκα γύρω από κάθε πλάσμα, η οποία θα αντιπροσωπεύει τον δικό του κόσμο, τον γεμάτο με αντιλήψεις που μόνο το ίδιο γνωρίζει. Όταν, στη συνέχεια, εμείς οι ίδιοι εισχωρούμε σε μία από αυτές τις φούσκες, το γνώριμο λιβάδι μεταμορφώνεται. Πολλά από τα πολύχρωμα χαρακτηριστικά του εξαφανίζονται, ενώ άλλα παύουν να συνδέονται μεταξύ τους και εμφανίζονται μέσα από νέες σχέσεις. Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Μέσα από τη φούσκα βλέπουμε τον κόσμο του σκουληκιού που σκάβει στο χώμα, της πεταλούδας, ή του πόντικου· τον κόσμο όπως ακριβώς παρουσιάζεται στα ίδια τα ζώα, και όχι όπως παρουσιάζεται σε εμάς. Αυτόν μπορούμε να τον αποκαλέσουμε φαινομενικό κόσμο ή «αυτό- κόσμο» (self-world) του ζώου.
Για κάποιους, αυτοί οι κόσμοι παραμένουν αόρατοι. Πολλοί ζωολόγοι και φυσιολόγοι, προσκολλημένοι στη θεωρία ότι όλα τα έμβια όντα δεν είναι παρά μηχανές, αρνούνται την ύπαρξη αυτών των κόσμων, σφραγίζοντας έτσι τις πύλες προς άλλες πραγματικότητες, ώστε ούτε μια αχτίδα φωτός να μην μπορεί να διαπεράσει τη λάμψη που τις περιβάλλει.
Τι ήταν όμως ακριβώς αυτός ο «αόρατος κόσμος» που οι μηχανιστές αρνούνταν να δουν; Ο Ουέξκουλ τον ονόμασε Umwelt, «περιβάλλοντα κόσμο». Όμως δεν πρόκειται για έναν αντικειμενικό κόσμο, αλλά για έναν υποκειμενικό κόσμο ο οποίος κατασκευάζεται από κάθε έμβιο ον, και συνίσταται απ’ ό,τι του μεταβιβάζουν τα αισθητήρια όργανα του συν τις αποκρίσεις των εκτελεστικών οργανών του στους παράγοντες με τους οποίους μπορούν να αλληλεπιδράσουν.
Συνεπώς τα αισθητήρια και τα εκτελεστικά όργανα ενός εμβίου όντος προσδιορίζουν, από το σύνολο του αντικειμενικού κόσμου, εκείνο το υποσύνολο, που είναι κατάλληλο για το είδος του. Αυτό το μέρος του αντικειμενικού κόσμου που προσλαμβάνει κάθε οργανισμός αποτελεί το umwelt του και τον περιβάλλει, σαν μια φυσαλίδα, αόρατη στον παρατηρητή.

Προσοχή όμως! Ο Ουέξκουλ δεν ισχυρίζεται ότι αυτός ο υποκειμενικός και αόρατος στον παρατηρητή κόσμος, είναι μια ψευδαίσθηση, και ότι δεν είναι προσεγγίσιμος από την πειραματική επιστήμη. Αντιθέτως, ο ερευνητής με τη βοήθεια της ανατομίας και της φυσιολογίας των αισθητήριων οργάνων, έχει τη δυνατότητα να τον ανασυνθέσει. Αυτό άλλωστε κάνουμε όταν αποφαινόμαστε – με βάση τα είδη των φωτοϋποδοχέων, αλλά και πειράματα συμπεριφοράς – ότι τα έντομα βλέπουν το υπεριώδες φως, αλλά όχι το κόκκινο, καθώς το μέρος του ορατού σε αυτά φάσματος είναι μετατοπισμένο προς τα μικρότερα μήκη κύματος, σε σχέση με το δικό μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφού ο ερευνητής συνθέσει το umwelt ενός πλάσματος, στη συνέχεια προχωρά προς την ανάλυση της συμπεριφοράς του την οποία μελετά ως έναν λειτουργικό κύκλο που αποτελείται από έναν τομέα αντίληψης και έναν τομέα δράσης. Για παράδειγμα, αν το ζώο πεινάει τότε τα αισθητήρια όργανά του προσδίδουν σε έναν αδιάφορο, ως πρότινος, παράγοντα του περιβάλλοντος (αντικείμενο) συγκεκριμένα οπτικά, οσφρητικά, απτικά κ.ά. χαρακτηριστικά. Έτσι, τα χαρακτηριστικά αυτά νοηματοδοτούν το αντικείμενο ως τροφή και του βάζουν μια «ετικέτα». Και η ετικέτα αυτή πυροδοτεί μια συμπεριφορά – μια δραστηριότητα δηλαδή των εκτελεστικών του οργάνων – με την οποία το ζώο συλλαμβάνει, δαγκώνει, μασά και καταπίνει την τροφή του. Άπαξ και το ζώο καταναλώσει το αντικείμενο, τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου εξαλείφονται και μαζί τους και η ετικέτα της τροφής η οποία τα συνόδευε.
Όταν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η οποία είναι εν μέρει υποκειμενική (π.χ. το αίσθημα του κορεσμού) και εν μέρει αντικειμενική (π.χ. η κατάποση), τότε έχει διανυθεί πλήρως ο λειτουργικός κύκλος και το ζώο περιέρχεται σε μια κατάσταση ηρεμίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η έννοια του λειτουργικού κύκλου που εμπνεύστηκε ο Ουέξκουλ προανήγγειλε την έλευση πολλών σημαντικών ιδεών οι οποίες διατυπώθηκαν αργότερα, με μαθηματικό τρόπο, στο πεδίο της Κυβερνητικής. Κι αυτό, διότι ο λειτουργικός κύκλος επί της ουσίας αποτελεί έναν βρόχο ελέγχου, στον οποίο το αποτέλεσμα μιας ενέργειας ασκεί αναδρομική επίδραση στην αφετηρία που τη γέννησε.

Σύμφωνα με τον Ουέξκουλ κάθε umwelt διέπεται από έναν ιδιαίτερο χρόνο, ο οποίος είναι υποκειμενικός, καθώς πηγάζει από το υποκείμενο. Στη διατύπωση αυτής της ιδέας επηρεάστηκε από τον Immanuel Kant (Καντ), στο έργο του οποίου από μαθητής εντρυφούσε. Με άλλα λόγια ο Ουέξκουλ «βιολογικοποίησε» αυτά που πρέσβευε ο Καντ για τον χώρο και τον χρόνο: ότι δηλαδή δεν αποτελούν αντικειμενικά δοχεία, εντός των οποίων τοποθετείται ένα έμβιο ον, αλλά μορφές διά των οποίων ένα υποκείμενο οργανώνει τον κόσμο του.
Σύμφωνα με τον Ουέξκουλ αυτός ο υποκειμενικός χρόνος – που τον όριζε με βάση τη στιγμή, δηλαδή την ελάχιστη μονάδα εμπειρίας ενός ζώου – δεν είναι ενιαίος, ούτε ίδιος για όλα τα ζώα, καθώς η διάρκεια μιας στιγμής ποικίλει, τόσο μεταξύ των ειδών, όσο και μεταξύ των αισθητηριακών οργάνων. Για παράδειγμα, ο Ουέξκουλ – που είχε μελετήσει και τον κινηματογράφο, ως μέσο καταγραφής, αλλά και κατανόησης των βιολογικών φαινομένων – είχε προσδιορίσει την «ανθρώπινη στιγμή» ως ένα χρονικό διάστημα της τάξης του 1/18 του δευτερολέπτου: Το μικρότερο δηλαδή χρονικό διάστημα που είχε υπολογίσει ότι πρέπει, να παρεμβάλλεται μεταξύ δυο διαδοχικών καρέ μιας κινηματογραφικής ταινίας, ώστε να παραμένουν διακριτά και να μη συντήκονται σε ένα. Και πράγματι, η ζωή μιας μύγας κυλά τόσο γρήγορα, σε σχέση με την ανθρώπινη, ώστε η ελάχιστη ανθρώπινη χρονική στιγμή, για το έντομο να είναι τεράστια.
Κι ό,τι ακριβώς ισχύει για τον χρόνο, ισχύει και για τον χώρο που δεν ενιαίος, στην έκταση κατά την οποία οι αποστάσεις, οι κατευθύνσεις, η γεωμετρία του γενικώς, καθορίζεται από τις αντιληπτικές ιδιότητες κάθε ζώου. Εν κατακλείδι, κάθε ζώο ζει εντός μιας ίδιας χρονικής και χωρικής φυσαλίδας.
Θα μπορούσαμε να σας πω και άλλα για το έργο αυτού του σημαντικού επιστήμονα και διανοητή, προκειμένου να καταδειχτεί, ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι τον επέλεξε ο Ρίλκε ως «επαρκή αναγνώστη» του. Δεν μου το επιτρέπει όμως ούτε ο χώρος, αλλά – πρέπει να ομολογήσω – και η πολύ περιορισμένη γνώση των πραγμάτων της φιλοσοφίας που διαθέτω. Θα κλείσω, λοιπόν, με ένα ίσως σκοτεινό σημείο της προσωπικότητάς του. Ο Ουέξκουλ δεν αγνοήθηκε από τους συγχρόνους του. Όμως, λόγω των θεωριών του που φάνταζαν βιταλιστικές την εποχή της κυριαρχίας του μηχανικισμού, διήγαγε το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του ως ανεξάρτητος ερευνητής, και διορίστηκε ως επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, στην ηλικία των 61 ετών. Ωστόσο το 1925 του δόθηκε η δυνατότητα να ιδρύσει στο Αμβούργο το Ινστιτούτο Έρευνας του Περιβάλλοντος Κόσμου που ήταν προσανατολισμένο στην ανάπτυξη των θεωριών του. Όταν λοιπόν το Ινστιτούτο απειλήθηκε με κλείσιμο, αποτάθηκε στη νεοπαγή ηγεσία των Ναζί η οποία ακύρωσε την απόφαση της διακοπής της λειτουργίας του και συνέχισε να το χρηματοδοτεί, επειδή έβρισκε ότι η έρευνα του Ουέξκουλ είχε εφαρμογή στην εκπαίδευση ζώων – κυρίως σκύλων – για στρατιωτικούς σκοπούς.
Οι ιστορικοί διαφωνούν κατά πόσο η στάση του υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να σώσει το έργο του ή από πραγματική ιδεολογική συγγένεια με τον εθνικοσοσιαλισμό. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο σύνθετα, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ουέξκουλ που περιλαμβανόταν μεταξύ των πανεπιστημιακών οι οποίοι είχαν υπογράψει το 1933 δήλωση υπέρ του Χίτλερ, ήταν ο ίδιος που είχε διαμαρτυρηθεί για την απόλυση του Ernst Cassirer – ενός Γερμανοεβραίου καθηγητή φιλοσοφίας. Και επίσης ότι είχε αφιερώσει το βιβλίο, τον πρόλογο του οποίου σας μετέφερα, στον Otto Cohnheim, έναν γερμανοεβραίο φυσιολόγο που είχε απολυθεί, παρά το ότι είχε βαπτιστεί προτεστάντης και είχε αλλάξει το επίθετό του στο γερμονοπρεπές Kestner, ήδη από το 1916.
Ο Ουέξκουλ είχε μια πολυτάραχη ζωή. Γεννήθηκε το 1864 σε μια οικογένεια Γερμανών γαιοκτημόνων και αριστοκρατών της Εσθονίας. Σπούδασε Ζωολογία στο Πανεπιστήμιο του Durpat (σήμερα Tartu) όπου επηρεάστηκε από το έργο του Karl Ernst von Baer. To 1883 εργάστηκε στη Χαϊδελβέργη πάνω στη φυσιολογία της μυικής συστολής και στη συνέχεια μετέβη στην Ιταλία στην οποία εντάχθηκε στον Ζωολογικό Σταθμό της Νάπολης. To 1907 έλαβε τιμητικό διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Αφού έχασε την οικογενειακή περιουσία του εξαιτίας της Ρωσικής Επανάστασης, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία. Διετέλεσε επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και διευθυντής του εκεί Ινστιτούτου, ως το 1944 οπότε και απεβίωσε στο Κάπρι. Υπήρξε ένας διορατικός στοχαστής και επιστήμονας, με αντιφατική όμως σχέση με την εποχή του.
Για τη σύνταξη του άρθρου αξιοποιήθηκαν οι πηγές:
- Uexküll’s Surrundings
- Α stroll through the worlds of animals and men
- Jakob von Uexküll’s Concept of Umwelt” (Tim Elmo Feiten)
- Arguing With Jakob von Uexküll’s Umwelten
Σχετικό άρθρο

