Aν είστε συνδρομητές του facebook θα έχετε προσέξει ότι στον υπολογιστή σας, κατά καιρούς παρελαύνουν φευγαλέες μόδες οι οποίες αναπαράγονται ραγδαία, ώστε να καθίστανται μιμίδια – οιονεί γονίδια κατά τον Ρίτσαρντ Ντώκινς, που έπλασε τον όρο, για να χαρακτηρίσει ιδέες και συμπεριφορές οι οποίες μεταβιβάζονται διά της μιμητικής επαναλήψεώς τους.
Σε αυτήν λοιπόν την κατηγορία ανήκουν τα βίντεο με σκαντζόχοιρους, που τελευταίως εμφανίζονται ολοένα περισσότερο στο facebook. Αν και νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο μάταιο, από το να αναζητεί κανείς γιατί ένα αντικείμενο καθίσταται μιμίδιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποφάσισα να το ψάξω – ωθούμενος από μια σύμπτωση, για την οποία θα σας μιλήσω στη συνέχεια.

Αυτά λοιπόν τα μικρά, και εν πολλοίς άγνωστα ζώα, έχουν πολλούς λόγους ώστε να προκαλούν το ενδιαφέρον μας και τη συμπάθειά μας. Πρώτον, έχουν αρκετά από τα χαρακτηριστικά, που σύμφωνα με τον ηθολόγο Konrad Lorenz (Nobel 1973) κινητοποιούν, σχεδόν αυτόματα τα αισθήματα στοργής και τρυφερότητας του ανθρώπου. Σαν τα περισσότερα μωρά των θηλαστικών, έχουν μεγάλο κεφάλι, σε σχέση με το σώμα τους, που είναι παχουλό και κινείται αδέξια. Επίσης, τρώνε με μεγάλη σοβαρότητα την τροφή τους, χασμουριούνται, και φτερνίζονται. Δεύτερον, εξίσου σημαντικό, είναι ότι το αγκαθωτό «πανωφόρι» τους, αντί να να τα κάνει απωθητικά, τα κάνει ελκυστικότερα: Θέλεις, τόσο περισσότερο να τα αγγίξεις, όσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι στο απαγορεύουν. Πώς λοιπόν ο αλγόριθμος των social που καταγράφει ακόμη και το δέκατο του δευτερολέπτου που αφιερώνουμε σε μια ανάρτηση, να αφήσει ανεκμετάλλευτο έναν γοητευτικό συνδυασμό χαριτωμένης τρωτότητας και απειλής στον οποίο «κολλάει» ο χρήστης τους;
Όμως ήρθε η ώρα να σας μιλήσω για τη σύμπτωση που με οδήγησε ως αυτές τις γραμμές. Τα κατηγορούμε για πολλά τα social, κι έχουμε δίκιο για τα περισσότερα. Κάποτε όμως, πέφτουμε πάνω μια ανάρτηση θησαυρό· ένα πραγματικό διαμάντι στα βουνά του άνθρακα του διαδικτύου, που μας κάνει να ευγνωμονούμε την τύχη μας, ότι βρισκόμαστε εδώ και τώρα, σε αυτήν την τεχνολογικά ανεπτυγμένη εποχή που μας επιτρέπει να το χαρούμε. Αυτό μου συνέβη τις προάλλες. Μια αρχαιολόγος, η κ. Χριστίνα Παπαδάκη σε μια ανάρτησή της στο facebook μάς γνώρισε έναν σφραγιδόλιθο από αμέθυστο στον οποίο είναι χαραγμένος ένας σκαντζόχοιρος. Ο σφραγιδόλιθος έχει ηλικία 1.800 χρόνων και ανήκε σε κάποιον Ρωμαίο, ο οποίος αντί των εμβληματικών ζώων, όπως οι αετοί, τα λιοντάρια, και οι λύκοι που αξιοποιούσε η αυτοκρατορία, διάλεξε τον σκαντζόχοιρο ως δημόσια υπογραφή του. Και η κ. Παπαδάκη πιθανολογεί, νομίζω εύστοχα, την προειδοποίηση που έκανε η μορφή του ζώου, όταν ο Ρωμαίος πίεζε το δακτυλίδι του, πάνω στο τηγμένο κερί του εγγράφου: Πρόσεξε, είμαι μικρός, αλίμονό σου όμως αν αγνοήσεις τα έννομα αποτελέσματα που παράγει το αποτύπωμά μου…
Φαίνεται λοιπόν πως η χαριτωμένη μορφή που έχει το ζωάκι, και η ηθολογία του το κατέστησαν αξιομνημόνευτο από αρχαιοτάτων χρόνων, παρά το ότι δεν είναι οικόσιτο, δεν είναι τρόπαιο μνημειωδών κυνηγετικών άθλων, ούτε ενσαρκώνει, προφανώς, κάποια από τις συνήθεις ανθρώπινες ιδιότητες, όπως π.χ. η ισχύς, η γονιμότητα, ή η πανουργία τις οποίες αγαπούμε να συμβολοποιούμε.

Η μορφή του ζώου έχει απεικονιστεί σε πολλά τεχνήματα της Αρχαίας Αιγύπτου, όπως το ταφικό ειδώλιο από φαγιάντσα, με πρασινογάλαζη υάλωση, το οποίο χρονολογείται μεταξύ των ετών 1938–1700 π.Χ. Υπάρχουν όμως και ακόμη παλαιότερες απεικονίσεις της Προδυναστικής περιόδου που εκτείνεται, ως το 3.000 π.Χ. Πιστεύεται ότι οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, έχοντας παρατηρήσει ότι ο σκαντζόχοιρος περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, τον είχαν καταστήσει σύμβολο αναγέννησης.
Η πιο «βέβαιη» – διότι και εδώ υπάρχουν αμφιβολίες – καταγραφή του σκαντζόχοιρου στον Ελληνικό κόσμο αποδίδεται στον ποιητή Αρχίλοχο (680 π.Χ. – 630 π.Χ.) ο οποίος, σε έναν από τους 200 περίπου διασωζώμενους στίχους του έργου του, έγραφε: Πολλ’ οἶδ’ ἀλώπηξ, ἐχῖνος δέ ἓν, μέγα, ή με άλλα λόγια: Η αλεπού ξέρει πολλά, αλλά ο σκαντζόχοιρος ξέρει ένα και καλό. Υπάρχει μάλιστα το ενδεχόμενο ο Αρχίλοχος να προσέθεσε τον σκαντζόχοιρο του στίχου του, σε έναν στίχο προγενέστερου έπους, το οποίο αποδίδεται στον Όμηρο. Στο έπος ο συγγραφέας διακωμωδεί τον ομώνυμο προς αυτό ήρωά του – έναν άχρηστο και χαραμοφάη γόνο μιας πλούσιας οικογένειας, ο οποίος: πόλλ᾿ ἠπίστατο ἔργα, κακῶς δ᾿ ἠπίστατο πάντα. Ήγουν: Ήξερε πολλά, όμως όλα τα ήξερε τσαπατσούλικα… Γεγονός πάντως είναι ότι ο στίχος του Αρχίλοχου επειδή έχει μια δόση αμφισημίας – είναι προτιμότερη η ευελιξία της αλεπούς, ή προσκόλληση σε μια δοκιμασμένη άμυνα; – διασώζεται ως τις μέρες μας. Και επίσης ότι ο σκαντζόχοιρος έχει μάλιστα αξιοποιηθεί από τον Σοπενάουερ στο περίφημα δίλημμά του: Αν εμείς οι άνθρωποι υιοθετήσουμε τη στάση να κουλουριαζόμαστε, και να προβάλουμε τα αγκάθια μας, όπως ο σκαντζόχοιρος, τότε θα προστατευόμαστε απ’ ό,τι θα μας απειλούσε. Ταυτόχρονως όμως, δεν θα μπορούμε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον, όπως οι σκαντζόχοιροι δεν μπορούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, για να ζεσταθούν τις κρύες ημέρες του χειμώνα…

Μερικές δεκαετίες αργότερα από τον Αρχίλοχο, ο Αίσωπος αφηγήθηκε την ιστορία μιας αλεπούς που προσπαθώντας να διαβεί ΄ένα ποτάμι παρασύρθηκε από τα νερά του και σκάλωσε σε ένα κοίλωμα της όχθης από το οποίο δεν μπορούσε να βγει. Ταλαιπωρείτο για ώρα εκεί, και βασανιζόταν επιπλέον από τα τσιμπούρια που είχαν εγκατασταθεί στο δέρμα της. Για καλή της τύχη, ένας περαστικός σκαντζόχοιρος προσφέρθηκε να την απαλλάξει με τα αγκάθια του από τα τσιμπούρια. Όμως η αλεπού αρνήθηκε, κι όταν ο σκαντζόχοιρος τη ρώτησε γιατί, του απάντησε ότι τα τσιμπούρια που είχε ήδη επάνω της, είναι χορτάτα. Αν αφαιρούνταν, τα νέα που θα έρχονταν, θα ήταν τόσο πεινασμένα, ώστε να της ρουφήξουν όσο αίμα της είχε απομείνει. Ο όμορφος αυτός μύθος έφτασε σε μας, από μια αφήγηση που συμπεριέλαβε ο Αριστοτέλης στη «Ρητορική» του. Σύμφωνα με αυτήν, κάποτε ο Αίσωπος είχε κληθεί να υπερασπιστεί στη Σάμο, έναν δημαγωγό που αντιμετώπιζε την ποινή του θανάτου. Είπε λοιπόν στους Σαμίους τον μύθο, για να τους πείσει ότι ο άνθρωπος αυτός, αφού έχει ήδη πλουτίσει, δεν μπορεί να τους βλάψει περισσότερο. Αν όμως τον θανατώσουν, αυτοί που θα τον διαδεχτούν, καθώς θα είναι φτωχότεροι θα τους κλέψουν ό,τι τους είχε απομείνει…Όμως ο Αριστοτέλης δεν ήταν μόνον φιλόσοφος, ήταν και επιστήμονας. Έτσι δεν θα μπορούσε να μη διατυπώσει μια δοξασία που αφορούσε στην ηθολογία του ζώου. Στο έργο του: Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι, ο σκαντζόχοιρος παρακολουθεί τις μεταβολές του καιρού, ώστε να αλλάζει τον προσανατολισμό και την είσοδο της φωλιάς του, ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παραδείγματα από την εποχή της αρχαιότητας που αφορούν στον σκαντζόχοιρο, όπως π.χ. του Πλίνιου του Πρεσβύτερου. Στο έργο του, Φυσική Ιστορία, αναφέρει ότι η αισχροκέρδεια στο εμπόριο του αγκαθωτού δέρματος του ζώου, που χρησιμοποιείτο στην κατεργασία των υφασμάτων, είχε υποχρεώσει επανειλημμένα τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο, να ψηφίσει σχετικά νομοθετήματα. Όμως το πράγμα θα τραβούσε μακριά. Πριν λοιπόν προσγειωθούμε στη σύγχρονη εποχή, θα ήταν παράλειψη αν δεν γινόταν μνεία σε δυο αναφορές για τον σκαντζόχοιρο, κατά τον 18ο αιώνα.
Το 1789 λοιπόν ένας κληρικός και φυσιοδίφης, ονόματι Gilbert White εξέδωσε ένα βιβλίο, υπό τον τίτλο: «Η Φυσική Ιστορία και οι Αρχαιότητες του Σέλμπορν». Στο βιβλίο αυτό, ανέπτυσσε τις διορατικές απόψεις του, που τον κατέστησαν πρωτοπόρο της Οικολογίας, όπως ότι τα πάντα στη φύση συνδέονται και ότι η μελέτη των ζώων και των φυτών πρέπει να γι΄νεται στο φυσικό τους περιβάλλον. Μαζί όμως είχε προσθέσει την επιστολογραφία του, με άλλους φυσιοδίφες η οποία είχε ως αντικείμενο την καταγραφή και μελέτη της τοπικής πανίδας και χλωρίδας. Σε μια επιστολή του στον δικηγόρο Thomas Pennant, επίσης μελετητή της άγριας φύσης, έγραφε:
Οι σκαντζόχοιροι αφθονούν στον κήπο και στα χωράφια μου. Ο τρόπος με τον οποίο τρώνε τη ρίζα του πλαντάγου (σ.μ. πεντάνευρου) στα αυλάκια μου είναι πολύ περίεργος. Με την άνω γνάθο τους (η οποία είναι πολύ μακρύτερη από την κάτω) σκάβουν το χώμα κάτω από το φυτό και έτσι τρώνε τη ρίζα, αφήνοντας όμως ανέπαφα τα φύλλα. Από αυτή την άποψη είναι χρήσιμα, καθώς καταστρέφουν ένα πολύ ενοχλητικό ζιζάνιο που βρίσκεται εκεί. Όμως αλλοιώνουν τα αυλάκια που έχω χαράξει. Από τα περιττώματά τους, φαίνεται ότι τα σκαθάρια δεν αποτελούν αμελητέο μέρος της τροφής τους.
Τον περασμένο Ιούνιο απέκτησα μια γέννα με τέσσερις ή πέντε νεαρούς σκαντζόχοιρους, που όταν τους βρήκα, πρέπει να ήταν πέντε ή έξι ημερών. Διαπίστωσα ότι γεννιούνται, όπως τα κουτάβια, τυφλοί και ότι ήταν ανίκανοι να δουν, όταν τους πήρα στα χέρια μου. Χωρίς αμφιβολία, πρέπει τα αγκάθια τους να είναι μαλακά και εύκαμπτα, όταν γεννιούνται, διότι σε αντίθετη περίπτωση η καημένη η μητέρα τους, θα δοκιμαζόταν κατά τη στιγμή του τοκετού. Αλλά είναι φανερό ότι τα αγκάθια τους που υπάρχουν στην πλάτη τους και στα πλευρά τους, σύντομα σκληραίνουν, ώστε να πρέπει να τους χειρίζεται κανείς με προσοχή, για να μην τον τρυπήσουν. Το χρώμα των αγκαθιών, είναι αρκετά λευκό σε αυτήν την ηλικία και τα μικρά κρεμαστά αυτιά τους μπορούν να τραβηχτούν προς τα πίσω. Ακόμη όμως δεν είναι ικανά να συστέλλονται σε μια μπάλα, όπως κάνουν για λόγους άμυνας, όταν ενηλικιωθούν. Ο λόγος υποθέτω είναι ότι ακόμη οι μύες τους, δεν έχουν φθάσει ακόμη στον πλήρη τόνο και στη σφριγηλότητά τους.

Λίγα χρόνια νωρίτερα στη Φυσική Ιστορία του ο Buffon συμπεριέλαβε δυο εικόνες σκαντζόχοιρου στις οποίες υπάρχει κάτι φαινομενικά παράδοξο. Η πρώτη είναι μια κανονική εικόνα του ζώου, ενώ η δεύτερη το δείχνει στην ίδια ακριβώς στάση, αλλά χωρίς αγκάθια. Αν ο σκαντζόχοιρος απέρριπτε σε κάποιο στάδιο του κύκλου της ζωής του τα αγκάθια, η εικόνα θα ήταν λογική. Καθώς όμως αυτό δεν συμβαίνει, ο αναγνώστης του βιβλίου, μένει με την απορία. Ωστόσο η απάντηση είναι απλή. Ο «φαλακρός» σκαντζόχοιρος δεν είναι μια ιδιοτροπία του χαράκτη και του ζωγράφου. Είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε όλο το βιβλίο του Buffon. Όλα τα τετράποδα παρουσιάζονται σε δυο «στιγμιότυπα»: ένα «κανονικό» κι ένα από το οποίο έχει αφαιρεθεί το τρίχωμά τους, προκειμένου να αναδειχτεί το κοινό πρότυπό τους· είτε ένας τυφλοπόντικας, είτε μια δρομάδα αποτελούσαν ζώα, στα οποία παραλλασσόταν η ίδια βασικά δομή.
Υπάρχει κάτι άλλο ενδιαφέρον για τον σκαντζόχοιρο ή τελειώνουμε εδώ; Υπάρχει λοιπόν κάτι που αποτελεί μια από τις ομορφότερες ιστορίες ονοματοδοσίας στη βιολογία.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Christiane Nüsslein-Volhard και ο Eric Wieschaus πραγματοποίησαν στη Χαϊδελβέργη ένα μνημειώδες γενετικό πείραμα. Προκάλεσαν συστηματικά μεταλλάξεις στη δροσόφιλα και εξέτασαν τις επιπτώσεις τους στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, αναζητώντας τα γονίδια που ελέγχουν την οργάνωση του εμβρύου σε τμήματα. Δημοσίευσαν τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνάς τους στο Nature το 1980.
Η φυσιολογική προνύμφη της δροσόφιλας έχει στην κοιλιακή πλευρά κάθε τμήματός της μια χαρακτηριστική διάταξη: μια πρόσθια ζώνη με μικρές οδοντωτές προεξοχές (τα «δοντάκια») και μια οπίσθια γυμνή ζώνη. Σε μία από τις μεταλλαγμένες σειρές, οι γυμνές περιοχές είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και η κοιλιακή επιφάνεια της προνύμφης είχε καλυφθεί σχεδόν ολόκληρη από προεξοχές. Το σώμα της ήταν κοντύτερο και η όψη της θύμιζε μικροσκοπικό σκαντζόχοιρο. Έτσι, το γονίδιο που ευθυνόταν για αυτή τη μεταβολή ονομάστηκε hedgehog (σκαντζόχοιρος). Για τη συνολική συμβολή τους στην ανακάλυψη των γενετικών μηχανισμών που ελέγχουν την πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη, οι δύο ερευνητές τιμήθηκαν με το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής του 1995, από κοινού με τον Edward Lewis.
Ας κλείσουμε το άρθρο με μια επισήμανση: Η Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης, τα έχει υπαγάγει στην «Κόκκινη λίστα» της, στον κατάλογο δηλαδή των ζώων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της εξάλειψης, καθώς η αστική ανάπτυξη, η εντατική γεωργία και η διάνοιξη δρόμων έχουν κατακερματίσει και καταστρέψει τα ενδιαιτήματά τους. Ελπίζω ότι το άρθρο κατέδειξε ότι η οφειλή μας προς τα αξιαγάπητα αυτά ζωάκια δεν είναι μόνον περιβαλλοντική. Είναι και πολιτισμική.

