Στην εποχή κατά την οποία ένα μακρινό ταξίδι, δεν ήταν υπόθεση κράτησης μιας θέσης σε αεροπορική εταιρεία κι ενός άνετου δωματίου σε ένα ξενοδοχείο, μια σαραντάχρονη γυναίκα ξεκίνησε μόνη της, από τη Βρετανία τα ταξίδια της στις ηπείρους, για να δείξει στους ανθρώπους της βικτωριανής εποχής πώς ήταν η άγρια φύση στον υπόλοιπο κόσμο. Ονομαζόταν Marianne North, κι αν στα ταξίδια δεν ήταν άπειρη – είχε κάνει πολλά με τον πατέρα της, φιλελεύθερο βουλευτή Frederick North – στην επιστήμη που υπηρέτησε ήταν αυτοδίδακτη ενώ στη ζωγραφική είχε πάρει λίγα, σχετικά, μαθήματα. Όμως αυτό δεν την εμπόδισε να αφήσει πίσω της ένα πλούσιο έργο που φέρει τη σφραγίδα μιας ταλαντούχου ζωγράφου και παράλληλα, μιας παρατηρητικής και τολμηρής φυσιοδίφου.

Σκόπευα λοιπόν να σας μιλήσω για το έργο της αξιοθαύμαστης αυτής γυναίκας και τη σημασία του στη Βοτανική. Την ιδιαίτερη ματιά της, που δεν απέκοπτε τα φυτά τα οποία απαθανάτιζε στις φωτεινές ελαιογραφίες της, από το περιβάλλον τους. Για τη συνεργασία της με τον Κάρολο Δαρβίνο και με τον υποστηρικτή του Τζόζεφ Χούκερ, που ως διευθυντής των Βασιλικών Κήπων του Κιου, ενέκρινε τη δημιουργία ενός περιπτέρου στο οποίο θα εκτίθεντο τα έργα της, και το οποίο η ίδια θα χρηματοδοτούσε. Αλλά οι βουλές του θησαυρού του διαδικτύου, ήθελαν τα πράγματα να εξελιχτούν αλλιώς. Πώς να αποφύγω τον πειρασμό να αναφερθώ σε αυτό στο οποίο η αναζήτηση με οδήγησε: Το ελληνικού ενδιαφέροντος τμήμα της ιστορίας της, που εκτυλίχτηκε μια δεκαετία περίπου πριν η North πραγματοποιήσει την πρώτη μεγάλη αποστολή της στον Καναδά, το 1871.
Πηγή είναι το ημερολόγιό της που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της (1890), από την αδελφή της (Catherine North)1, υπό τον τίτλο: Μερικές ακόμη αναμνήσεις από μια ευτυχισμένη ζωή, και αναφέρεται στα χρόνια μεταξύ του 1859 και του 1869 – οπότε απεβίωσε ο πατέρας των δυο γυναικών. Τα όσα γράφει η North, σύμφωνα με το ημερολόγιο διαδραματίζονται ανάμεσα στα τέλη του 1861 και στις αρχές του 1862. Μια όμως λεπτομέρεια στην αφήγησή της, πιστεύω ότι προδίδει με αρκετή ασφάλεια τη χρονολογία επίσκεψής της στην Ελλάδα. Όταν αναφέρεται στην εκδρομή που έκανε με τον πατέρα της και την αδελφή της στη Φυλή, γράφει ότι κατά την επίσκεψή τους στην εκεί Μονή (που από την περιγραφή της θέσης της, είναι φανερό ότι πρόκειται για τη Μονή Κλειστών) οι μοναχοί τους πρόσφεραν κούμαρα. Επειδή λοιπόν οι κουμαριές καρποφορούν το φθινόπωρο, το πιθανότερο είναι η North να είχε έρθει στην Ελλάδα στα τέλη του 1861 και όχι στις αρχές του 1862.
Η North έφτασε στον Πειραιά από τη Σμύρνη, μέσω Σύρου που τότε ήταν ο κύριος κόμβος μετεπιβίβασης προς τον Πειραιά. Τότε, δεν είχε καλλιεργήσει ακόμη το ζωγραφικό ταλέντο της. Όπως όμως θα διαπιστώσετε από το απόσπασμα του ημερολογίου που παραθέτω, «σκιτσάρισε» με μεγάλη παραστατικότητα και γούστο αυτά που είδε, ώστε να μεταφέρει σε μας μια εικόνα της Οθωνικής Αθήνας, με τη ματιά προφανώς της Αγγλίδας επισκέπτριας. Το απόσπασμα από αυτό το εξαιρετικό δείγμα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, που είναι το ημερολόγια της North ξεκινά με τον απόπλου από το λιμάνι της Σύρου.
Αφήσαμε τη Σύρο στις εννέα και φτάσαμε στον Πειραιά κατά τη δύση του ηλίου, κάτω από έναν θαμπό συννεφιασμένο ουρανό. Η Αίγινα προέβαλλε επιβλητική με τον ναό της να στεφανώνει την κωνική της κορυφή, ενώ το φως ήταν ίσα ίσα αρκετό για να διακρίνουμε τον μακρινό Παρθενώνα, καθώς μπαίναμε στο λιμάνι. Όσο για τις ακτές της κλασικής Αττικής – τις οποίες είχαμε προσπεράσει, μετά από τρεις ώρες κοπιαστικής πορείας, αφού αφήσαμε πίσω μας το Σούνιο – ήταν εντελώς άγονες: δίχως βλάστηση και δίχως κανένα ίχνος κατοίκησης. Από τη στιγμή που φύγαμε από τη Σύρο μέχρι να φτάσουμε στο πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο του Πειραιά, δεν συναντήσαμε ούτε δώδεκα πλοιάρια.
Στα ιστορικά νερά του Πειραιά βρίσκονταν αγκυροβολημένα αρκετά πολεμικά πλοία, τα οποία έφεραν τις σημαίες όλων των εθνών και πολυάριθμα μικρά σκάφη, εντελώς βρετανικού χαρακτήρα. Τελικώς αποβιβαστήκαμε και (πιστέψτε το, θεοί του Ομήρου) στοιβαχτήκαμε σε μια παλιομοδίτικη άμαξα, την οποία οδηγούσε ένας άντρας με φέσι, ο οποίος σταμάτησε για να ξεδιψάσει, μόνον μία φορά στα πέντε μίλια του κακού δρόμου, πριν, επιτέλους, μας αφήσει σε ένα πολύ γερμανικό ξενοδοχείο, κοντά στο παλαιότερο και ακόμη πιο γερμανικό ανάκτορο του Βασιλέα Όθωνα.
Η Αθήνα δεν είναι μεγάλη. Ο πατέρας μου και εγώ γυρίσαμε όλην την πόλη, πριν από το πρωινό της επόμενης ημέρας, αλλά συμφωνήσαμε ότι είναι ένα από τα λίγα μέρη των οποίων η ομορφιά και το ενδιαφέρον ξεπερνούν κατά πολύ τη φήμη του. Η σύγχρονη πόλη, είναι σχεδόν μια κωμόπολη, με μισά ελληνικά και μισά γερμανικά σπίτια, με παντζούρια σε όλα τα παράθυρα. Το μεγάλο ανάκτορο, τοποθετημένο ανάμεσα σε δένδρα, φοίνικες και κήπους – για την άρδευση των οποίων και για τη διατήρηση του πράσινου, είχαν δαπανηθεί αμύθητα χρηματικά ποσά – αποτελούσε μια αυθάδεια, ακριβώς κάτω από την επιβλητική Ακρόπολη. Ποτέ δεν είχα ονειρευτεί την ομορφιά των αντανακλάσεων της ανατολής και του ηλιοβασιλέματος στους λείους βράχους και τα χρυσαφένια μαρμάρινα ερείπια τους. Ήταν πραγματικά εκθαμβωτικά. Οι ίδιοι οι ναοί – γνωστοί σε όλους από φωτογραφίες και από διάφορες μακέτες που είναι διάσπαρτες σε όλον τον κόσμο – θα απαιτούσαν τον συνδυασμό της γνώσης ενός αρχιτέκτονα με την έμπνευση ενός ποιητή, για να τους περιγράψω. Αν όμως κάποιος μπορούσε να επισκεφτεί ένα μόνον μέρος, σε ολόκληρο τον κόσμο, θα του έλεγα: «Πήγαινε στην Αθήνα και κράτα την ανάμνησή της, σε όλην την υπόλοιπη ζωή σου».
Μείναμε στην Αθήνα μόνον τρεις βδομάδες, αφιερώνοντας τον μισό χρόνο μας σε εντατικό σκιτσάρισμα. Κι αν τα έργα μας δεν ήταν παρά φτωχές απομιμήσεις του αρχικού μεγαλείου, τουλάχιστον μέσα από αυτή την περιορισμένη μελέτη μάθαμε να εκτιμούμε ακόμη περισσότερο τις θαυμαστές μορφές και τους καθαρούς χρωματισμούς των μνημείων. Μετά την πρώτη μέρα, ο καιρός ήταν συνεχώς ηλιόλουστος. Είχαμε την τύχη να έχουμε έναν εξαιρετικό ξεναγό, τον κ. Φίνλεϊ2, ο οποίος είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της μακράς ζωής του στην Ελλάδα, όπου και συνέγραψε την ιστορία της χώρας κατά τον Μεσαίωνα. Κάποιο βράδυ ήπιαμε τσάι στο σπίτι του, οπότε η Αρμένισσα σύζυγός του μας τραγούδησε μερικά τουρκικά τραγούδια. Μας ζήτησε να παραμείνουμε σε ένα δωμάτιο, ενώ εκείνη περιφερόταν και τραγουδούσε στο διπλανό — καθώς, όπως είπε, η παρουσία μας την έκανε να νιώθει ντροπή. Η ιστορία της συζύγου του Φίνλεϊ περιγράφεται στο περίφημο βιβλίο του Αμπού (σ.μ. Edmont About): La Grèce Contemporaine (Σύγχρονη Ελλάδα). Ο κ. Φίνλεϊ, όταν ήταν ακόμη νεαρός ναυτικός, είχε ερωτευτεί την αδελφή της συζύγου του στη Βάρνα (αν θυμάμαι καλά). Λίγο πριν αποπλεύσει το πλοίο του, ζήτησε από την κοπέλα να κλειστεί σε ένα κιβώτιο και να μεταφερθεί στο πλοίο, εν αγνοία της οικογένειάς της. Την τελευταία στιγμή, όμως η κοπέλα δείλιασε, και η αδελφή της προσφέρθηκε εθελοντικά να πάρει τη θέση της. Ο δύστυχος νεαρός, αν και δυσαρεστήθηκε έντονα από αυτή την αλλαγή, θεώρησε ότι η τιμή του επέβαλλε να την παντρευτεί, αντί να τη στείλει πίσω στους εξοργισμένους γονείς της. Και όπως τελικά φαίνεται συμβιώνουν πολύ αρμονικά. Ωστόσο εκείνη δεν δεχόταν με τίποτε να τον ακολουθήσει στην Αγγλία. Έλεγε πως, αν έφευγε θα έπιαναν σκώρο το χαλιά της. Κι αυτά τα χαλιά ήταν το καμάρι της καρδιάς της.
Ένας άλλος φίλος ήταν ένας αξιόλογος ηλικιωμένος Έλληνας ναύαρχος3, ο οποίος απολάμβανε να διηγείται μια επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στην Αγγλία πολλά χρόνια νωρίτερα· εκεί, ντυμένος με την αλβανική του φορεσιά, είχε τύχει μεγάλης τιμής και θαυμασμού από τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας. Η ηλικιωμένη Δούκισσα του Σεντ Όλμπανς τον ρώτησε: «Μα, δεν είναι οι Έλληνες μεγάλοι κλέφτες;». Κι εκείνος απάντησε της: πως καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, παρατηρούσε με θαυμασμό τα διαμάντια της Δούκισσας και λαχταρούσε να τα κλέψει. «Αν το κάνετε», ανταπάντησε εκείνη, «θα χαιρόμουν πολύ να τα βλέπω σε τέτοια χέρια. Ελπίζω μάλιστα να τα φέρετε στο Hoby Lodge, όπου θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας φιλοξενήσω για όσο διάστημα επιθυμείτε να μείνετε». Τι όμορφα λόγια! Αναρωτήθηκα αν οι άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας λένε ακόμα τέτοια πράγματα σήμερα.
Συναντήσαμε επίσης τον ηλικιωμένο Αμερικανό ήρωα του ελληνικού αγώνα, τον Στρατηγό Τσερτς4, ο οποίος ανέφερε ότι εξακολουθούσε να κατεβαίνει κάθε πρωί στον Πειραιά για μπάνιο, αλλά πρόσφατα είχαν εμφανιστεί καρχαρίες στο λιμάνι, καθιστώντας το επικίνδυνο. Συναντήσαμε ακόμη τον κ. και την κα Χιλλ,5 οι οποίοι είχαν φτάσει στην Αθήνα σε μια εποχή που δεν υπήρχε, ακόμη, ούτε ένα πέτρινο σπίτι. Αυτοί οι αξιόλογοι Αμερικανοί ιεραπόστολοι είχαν συμβάλει περισσότερο από τους περισσότερους στον εκπολιτισμό του λαού, χάρη στη θαυμαστή διδασκαλία και το παράδειγμά τους.
Μια μέρα, ανεβήκαμε έφιπποι στο αρχαίο φρούριο της Φυλής, το οποίο είναι χτισμένο από τεράστιους λίθους —χωρίς κονίαμα — στην κορυφή ενός αρκετά μεγάλου λόφου. Από εκεί η θέα ήταν μαγευτική, εκτεινόμενη προς τον Κορινθιακό Κόλπο και τον Κόλπο της Σαλαμίνας, ενώ στο προσκήνιο υπήρχαν μικρά, καχεκτικά ρητινόπευκα, τα οποία ακόμη και τότε υφίσταντο χαρακιές και βασανιστήρια για να δώσουν το πολύτιμο ρετσίνι τους. Στη μέση της πλαγιάς, μέσα σε μια σχισμή του βράχου, βρισκόταν ένα μοναστήρι —εν μέρει λαξευμένο στον βράχο και εν μέρει κρεμασμένο πάνω στον γκρεμό— ενώ κατά μήκος του μικρού ρέματος που κυλούσε από ψηλά, υπήρχαν άφθονες κουμαριές γεμάτες καρπούς. Οι μοναχοί μάς πρόσφεραν καλάθια με ώριμους καρπούς και νόστιμο μέλι. Οι καρποί αυτοί, όταν ωριμάσουν πλήρως, μοιάζουν κάπως με φράουλες και είναι αρκετά δροσιστικοί σε ένα θερμό κλίμα.
Μια άλλη μέρα, πήγαμε με δύο φίλους στην Αίγινα, επιβαίνοντας σε ένα μικρό ιστιοφόρο. Το ταξίδι της μετάβασης διήρκεσε πέντε ώρες, ενώ της επιστροφής μόλις δύο, καθώς «πετούσαμε» σαν τον άνεμο με το μεγάλο πανί να αγγίζει σχεδόν την επιφάνεια της θάλασσας — μια εμπειρία όχι ιδιαίτερα άνετη για όσους δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα ελληνικά σκαριά και τις ξαφνικές ριπές του ανέμου. Ο καπετάνιος μας, ωστόσο, είχε τυλίξει την άκρη του σχοινιού γύρω από το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του· ήταν απόλυτα ικανός στο έργο του και το μόνο που έκανε ήταν να γελά με τους φόβους μας. Ο ναός της Αίγινας είναι κατασκευασμένος από τραχύ, γκρίζο ασβεστόλιθο. Είναι 300 χρόνια παλαιότερος από τον Παρθενώνα, ενώ η αρχιτεκτονική του χαρακτηρίζεται από μια βαριά, «βαρβαρική» αισθητική — ανάλογη με εκείνη των γλυπτών από το αέτωμά του που είχαμε δει στο Μόναχο. Από καλλιτεχνική άποψη, τα γλυπτά αυτά υπολείπονται των Ελγινείων Μαρμάρων, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο ναός υπολείπεται εκείνου της Αθηνάς Παρθένου. Παρ’ όλα αυτά, ο ναός συνέθετε μια υπέροχη εικόνα, προβάλλοντας επιβλητικά μπροστά σε ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα με αποχρώσεις του κόκκινου και του μωβ.
Τη δύση διαδέχθηκε μια μεγάλη, ολόγιομη σελήνη, η οποία έριχνε τις μακριές αντανακλάσεις της πάνω στην κυματιστή θάλασσα, καθώς το σκάφος μας έτρεχε γοργά πάνω στην επιφάνειά της. Ο ναός δεσπόζει στην κορυφή ενός λόφου —σε απόσταση είκοσι λεπτών ανάβασης από την ακτή— και ατενίζει με υπερηφάνεια τη χώρα της οποίας την κυριαρχία αμφισβήτησε επιτυχώς για πολλά χρόνια, έως ότου οι θρίαμβοι κατά των Περσών ανέδειξαν την Αθηναϊκή Ακρόπολη σε κυρίαρχη δύναμη του ελληνικού κόσμου.
Εκείνη την εποχή, οι μετακινήσεις στην Ελλάδα ήταν τόσο επισφαλείς, που ο Σερ Τόμας Γουάιζ μας συμβούλευσε να μην επιχειρήσουμε άλλες εκδρομές, ούτε καν στις Θερμοπύλες. Έτσι, αναχωρήσαμε πλέοντας κοντά στις ακτές του Μοριά με κατεύθυνση τη Σικελία. Διασχίσαμε τα Στενά της Μεσσήνης, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας μια πεντακάθαρη θέα της χιονοσκεπούς Αίτνας, με τις διακριτές ζώνες βλάστησής της…
- Το βιβλίο δηλώνει ως επιμελήτρια την «Mrs. John Addington Symonds». Πρόκειται για την αδελφή της Catherine, την οποία η καθιερωμένη βικτοριανή σύμβαση, για νυμφευμένη γυναίκα, ανέφερε με το πλήρες όνομα του συζύγου της. ↩︎
- Ο Τζωρτζ Φίνλεϊ ήταν Βρετανός ιστορικός ο οποίος έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση. Στο έργο του περιλαμβάνονται τα βιβλία: Το Βασίλειο της Ελλάδας και το Ελληνικό Έθνος, Η Ελλάδα, υπό τους Ρωμαίους, Η Ιστορία της Βυζαντινής και Ελληνικής Αυτοκρατορίας ↩︎
- Ο ηλικιωμένος ναύαρχος που αναφέρει η North, πιθανώς ήταν ο Αντώνιος Κριεζής (1796–1865), περίπου 65 ετών τότε, ώστε να αποκλείει άλλους πιθανούς υποψηφίους, όπως οι: Γεώργιος και Λάζαρος Κουντουριώτης και οι Ανδρέας και Δημήτριος Μιαούλης, που είχαν αποβιώσει. Επίσης φαίνεται να αποκλείεται ο Κωνσταντίνος Κανάρης – παρότι ηλικιακά ταιριάζει – πρώτον διότι ήταν Ψαριανός και όχι Αρβανίτης (ώστε να φορεί φουστανέλα) και δεύτερον, διότι ήταν λιγομίλητος, για να είναι ο ήρωας του κοσμικού περιστατικού. Αντιθέτως ο Κριεζής, ήταν Υδραίος ναύαρχος, διετέλεσε πρωθυπουργός (1842–1844 και 1849–1854) και τιμήθηκε από τον Όθωνα με υψηλά αξιώματα, μεταξύ αυτών του αυλάρχη. Ως άνθρωπος της αυλής θα συναναστρεφόταν εύκολα ξένους επισκέπτες στην Αθήνα, όπως η North και ο πατέρας της, που ήταν βουλευτής. Βεβαίως αυτό είναι μια εικασία μου, που χρήζει εγκυρότερης έρευνας… ↩︎
- Ο Ρίτσαρντ Τσερτς (΄ή κατά την άλλη εξελληνισμένη εκδοχή, Τσωρτς) ήταν Βρετανός (Ιρλανδός) στρατιωτικός που έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση. Διορίστηκε γερουσιαστής από τον Όθωνα, ο οποίος του απένειμε και τον βαθμό του στρατηγού. ↩︎
- Ο Τζών Χένρυ Χιλλ και η σύζυγός του Φράνσις ήσαν οι Αμερικανοί παιδαγωγοί (Ο Χιλ ήταν προτεστάντης ιερέας) που ίδρυσαν το 1830, δυο ομώνυμα σχολεία, ένα αρρένων και ένα θηλέων. ↩︎
O αναγνώστης που επιθυμεί να δει και να διαβάσει το βιβλίο – ημερολόγιο της Marianne North, μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση από εδώ.

