Ένας φυσιοδίφης και ταυτοχρόνως χαρισματικός εικονογράφος, αλλά και τυχοδιώκτης ολκής, ονόματι Τζον Τζέιμς Όντουμπον μεταξύ των ετών 1831 και 1839 κυκλοφόρησε ένα πεντάτομο έργο του, υπό τον τίτλο Ορνιθολογική Βιογραφία. Σκοπός του ήταν να προωθήσει δι’ αυτού, ένα άλλο τετράτομο έργο του, που έφερε τον τίτλο: Τα πτηνά της Αμερικής, εκδόθηκε τμηματικά από το 1827 ως το 1835, και περιείχε 435 εξαιρετικής τελειότητας χαλκογραφίες.
Στον πρώτο τόμο της Βιογραφίας του, έγραφε:
«Ήταν τον Φεβρουάριο του 1814 όταν είδα για πρώτη φορά αυτό το ευγενές πουλί και δεν θα ξεχάσω ποτέ την απόλαυση που μου έδωσε. Βρισκόμασταν σε ένα εμπορικό ταξίδι, ανεβαίνοντας τον Άνω Μισισιπή. Οι χειμερινές ριπές του ανέμου σφύριζαν γύρω μας και το κρύο είχε σβήσει το βαθύ ενδιαφέρον που, σε άλλες εποχές, ο υπέροχος ποταμός ξυπνούσε μέσα μου…Η ασφάλεια του φορτίου είχε ξεχαστεί και το μόνο πράγμα που τράβηξε την προσοχή μου ήταν το πλήθος από πάπιες διαφόρων ειδών που συνοδεύονταν από τεράστια σμήνη κύκνων τα οποία κατά καιρούς περνούσαν από δίπλα μας. Ο κυβερνήτης μας, ένας Καναδός που ασχολείτο για πολλά χρόνια με το εμπόριο γούνας, ήταν ένας ευφυής άνθρωπος που αντιλαμβανόμενος το ενδιαφέρον μου για τα πουλιά, βάλθηκε να με διασκεδάσει.
Ένας αετός πέταξε από πάνω μας. “Κοιτάξτε τον μεγάλο αετό, είναι ο μόνος που έχω δει από τότε που έφυγα από τις λίμνες“. Σηκώθηκα όρθιος, κι αφού τον παρετήρησα προσεκτικά, συμπέρανα – καθώς τον έχανα στο βάθος, ότι ήταν ένα εντελώς νέο είδος για μένα».Όπως αφηγείται στον ίδιο τόμο, λίγα χρόνια αργότερα, αφού σκότωσε με το δίκαννό του ένα τέτοιο πουλί στο Κεντάκι, μέτρησε το άνοιγμα των πτερύγων του, στα 3,5 μέτρα.
Είναι άγνωστο αν τα περιστατικά αληθεύουν. Ο Όντουμπον δεν ήταν μυθομανής, ήταν όμως ένας άνθρωπος που ανάμεσα στα προσόντα του περιλαμβανόταν η ικανότητά του να επινοεί τον εαυτό του. Όταν βρέθηκε το 1826 στη Βρετανία – με σκοπό την προώθηση του βιβλίου του – παρουσιαζόταν ντυμένος με δέρματα ώστε να δίνει την εντύπωση του ανθρώπου των δασών που έφερνε στα σαλόνια των αριστοκρατών και των ευπόρων, εικόνες από την αδάμαστη ομορφιά του Νέου Κόσμου.

Κι είχε λόγους για να το κάνει. Το βιβλίο του με τα πτηνά της Αμερικής ήταν ένα δαπανηρότατο εγχείρημα. Χρησιμοποιούσε το ακριβότερο και μεγαλύτερο χειροποίητο χαρτί της εποχής, καθώς κάθε σελίδα είχε διαστάσεις περίπου 1 μέτρο επί 66 εκατοστά! ενώ η τεχνική εκτύπωσης (επιχρωματισμένη χαλκογραφία) καθιστούσαν την έκδοση δυνατή, μόνον αν κατάφερνε να την προπωλήσει – τμηματικά σε συνδρομητές.
Επίσης, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει αν πράγματι το πουλί που περιέγραψε ο Όντουμπον πράγματι υπήρξε. Επ’ αυτού κυκλοφορούν ταυτόχρονα τρεις εκδοχές. Μπορεί το πουλί να ήταν προϊόν επινόησης, μπορεί να υπήρξε, αλλά να έχει εξαλειφθεί, ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα λανθασμένης αναγνώρισης (αυτό που είδε και απαθανάτισε ο Αουντουμπόν, να ήταν στην πραγματικότητα ένας φαλακρός αετός – το εθνικό δηλαδή σύμβολο των ΗΠΑ – που σε νεαρή ηλικία, έχει μεγαλύτερο άνοιγμα πτερύγων απ’ όσο στην ενήλικη).
Γεγονός είναι πάντως ότι του έδωσε το όνομα ο Αετός του Ουάσινγκτον, μια επιλογή διόλου τυχαία. Οι Βρετανοί, πενήντα περίπου χρόνια μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας των Αμερικανών, είχαν ξεχάσει τον επαναστάτη Ουάσινγκτον και θαύμαζαν τον πολιτικό που είχε σεβαστεί τις συνταγματικές ελευθερίες και είχε ασκήσει την εξουσία με αυτοσυγκράτηση. Συνεπώς, ένας τέτοιος πίνακας, ήταν μια έξυπνη στρατηγική μάρκετινγκ. Ο Όντουμπον δεν προσέφερε στους Βρετανούς μόνον την εικόνα ενός μεγαλοπρεπούς αετού. Προσέφερε και ένα σύμβολο εκτιμητέο από τις παραδόσεις τους.
Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, στον πίνακα είναι διακριτά τα ίχνη ενός ανθρωπομορφισμού. Ο επιβλητικός αετός, με την ευθυτενή στάση και το βλέμμα που εποπτεύει τον ορίζοντα, θυμίζει τα πορτρέτα των στρατιωτικών ηγετών της εποχής, που ατένιζαν αγέρωχοι το μέλλον ή το πεδίο της μάχης.
Ο Όντουμπον είχε εξηγήσει ως εξής την επιλογή του: «Το όνομα που επέλεξα για αυτό το νέο είδος αετού, μπορεί να θεωρηθεί παράλογο και ακατάλληλο. Αλλά επειδή είναι αναμφισβήτητα το ευγενέστερο πουλί στις ΗΠΑ, ελπίζω ότι θα μου επιτραπεί να το τιμήσω με το όνομα ενός ακόμη ευγενέστερου, που ήταν ο σωτήρας της χώρας του και του οποίου το όνομα θα είναι για πάντα αγαπητό σε αυτήν».
Κι αν ο Όντουμπον, αισθάνθηκε την ανάγκη να εξυμνήσει ως πολιτογραφημένος Αμερικανός – γεννήθηκε στον Άγιο Δομήνικο ως νόθος γιος ενός Γάλλου δουλέμπορου και μιας κρεολής – τον Ουάσινγκτον, αισθάνθηκε επίσης την ανάγκη να επικρίνει την επιλογή του φαλακρού αετού – αντί του ευγενούς αετού του Ουάσινγκτον – ως εθνικού συμβόλου των ΗΠΑ.
Στη βιογραφία του, αναπαράγει την γνώμη του Βενιαμίν Φραγκλίνου, ο οποίος είχε δηλώσει: «Μακάρι να μην είχε επιλεγεί ο φαλακρός αετός ως εκπρόσωπος της χώρας μας. Είναι ένα πουλί κακοήθους χαρακτήρα. Δεν βγάζει τα προς το ζην έντιμα. Θα τον δείτε να κάθεται σε κάποιο δέντρο όπου, οκνηρός για να ψαρέψει ο ίδιος, παρακολουθεί την εργασία του ψαραετού. Και όταν το επιμελές πουλί πιάσει ένα ψάρι και το μεταφέρει στη φωλιά του για να στηρίξει το ταίρι και τα μικρά του, ο φαλακρός αετός τον καταδιώκει και του το αρπάζει».
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία ενός έργου μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας – είχε αναμιχθεί και ο ίδιος σε δουλεμπόριο – η οποία όμως έθεσε τον ακατάρριπτο πήχυ, για την αξιολόγηση των εικονογραφιών των πτηνών, από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν.
*Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό: The books’ journal

