Kon-Tiki

Το 1937 ένα νιόπαντρο ζευγάρι που αποτελείτο από τον Νορβηγό βιολόγο Thor Heyerdahl (1914-2002) και τη σύζυγό του, Liv Coucheron Torp ανακοίνωσαν στους δικούς τους, ότι θα περνούσαν τον μήνα του μέλιτός του στο Fatu – Hiva, ένα νησί της Γαλλικής Πολυνησίας. Στην πραγματικότητα δεν σκόπευαν να επιστρέψουν ποτέ, πίσω στον «πολιτισμό». Επιθυμούσαν να υιοθετήσουν έναν τρόπο ζωής εναρμονισμένο με τη φύση και να δοκιμάσουν τα όρια του σύγχρονου ανθρώπου, να ζήσει μακριά από τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Και πράγματι τους πρώτους μήνες η ζωή τους στο νησί ήταν ειδυλλιακή. Η άγρια ομορφιά του νησιού, οι άφθονοι καρποί των οπωροφόρων δέντρων, το κρυστάλλινο νερό και η απλή καθημερινή ζωή των κατοίκων του, τους είχαν τόσο εντυπωσιάσει ώστε να πιστέψουν ότι βρίσκονταν σε έναν παράδεισο. Μετά όμως από λίγους μήνες, η γοητεία της ζωής στη φύση άρχισε να ξεθωριάζει. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τις τροπικές ασθένειες, μεταξύ των οποίων και η ελεφαντίαση που μεταδιδόταν από τα κουνούπια, καθώς και τις δυσκολίες συναναστροφής με τους ντόπιους, άλλαξαν γνώμη, ώστε την ίδια χρονιά να αποφασίσουν να επιστρέψουν στη Νορβηγία.

Ο Χάγιερνταλ με εδώλια των
δυο πολιτισμών

Ωστόσο η ιδεαλιστική περιπέτειά τους, δεν πήγε χαμένη. Άφησε πίσω της μια καταγραφή των ζωικών ειδών στο νησί, και κυρίως την ιδέα για μια επιστημονική αποστολή, που θα έθετε σε έλεγχο μια υπόθεση που πέρασε από το μυαλό του Χάγιερνταλ. Ένα βράδυ του 1937 ο Χάγιερνταλ ενώ ατένιζε παρέα με έναν ηλικιωμένο ιθαγενή τον Ειρηνικό, άκουσε τον συνομιλητή του, να του διηγείται έναν προφορικό θρύλο. Ο γέροντας που ονομαζόταν Tei Tetua – και ήταν από τους τελευταίους απογόνους μιας κοινότητας με παρελθόν τελετουργικής ανθρωποφαγίας – του είπε ότι σύμφωνα με τον θρύλο, ιδρυτής της κοινότητάς τους, ήταν ένας Θεός που είχε έρθει, πριν από πολλά χρόνια «από μια μεγάλη χώρα, πέρα από τη θάλασσα». Κι ακούγοντας ο νεαρός βιολόγος τον θρύλο συνδύασε, την ομοιότητα των μονολίθων με τις ανθρώπινες μορφές της Πολυνησίας και της Νοτίου Αμερικής, αντίστοιχα, ώστε να αναρωτηθεί: Μήπως λοιπόν αυτός ο θρύλος και οι ομοιότητες ανάμεσα στα τεχνήματα των δυο λαών, υποδήλωναν ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Πολυνησίας ήταν νοτιοαμερικανοί που κατόρθωσαν να διασχίσουν τον ωκεανό;

Η Σύλληψη και οργάνωση της αποστολής

Εκείνη την εποχή, κατά την οποία η γενετική βρισκόταν ακόμη στην προμοριακή εποχή της και η μέθοδος της ραδιοχρονολόγησης δεν είχε τελειοποιηθεί, η μελέτη των μεταναστεύσεων, βασιζόταν αποκλειστικά στα ευρήματα της αρχαιολογίας και στις παρατηρήσεις της φυσικής ανθρωπολογίας και της γλωσσολογίας. Έτσι στο ανοικτό σε εικασίες ερώτημα, για την προέλευση των πολυνησίων, η υπόθεση που διετύπωσε ο Χάγιερνταλ, δεν φαινόταν αβάσιμη. Ωστόσο, έναντι αυτής της υπόθεσης υπήρχε και μια ανταγωνιστική που υποστήριζε ότι οι πολυνήσιοι προέρχονταν από τη Νοτιοανατολική Ασία. Όμως η υπόθεσή του, παρότι πλεονεκτούσε στο ζήτημα της απόστασης (η Πολυνησία βρίσκεται εγγύτερα της Νοτίου Αμερικής, παρά της Νοτιοανατολικής Ασίας) μειονεκτούσε αναφορικά με την υπερπήδηση των δυσκολιών του διάπλου του Ειρηνικού. Τα νησιά που μεσολαβούν ανάμεσα στην Πολυνησία και στις ακτές της Νοτιοανατολικής Ασίας θα μπορούσαν να εξηγήσουν με τη μέθοδο της μεταπήδησης από νησί σε νησί, την έλευση των εποίκων στην Πολυνησία. Αντιθέτως ανάμεσα στις ακτές της Νοτίου Αμερικής και την Πολυνησία, δεν υπάρχει παρά ένας αδιάκοπος ωκεανός, του οποίου οι άνεμοι και τα ρεύματα θα έκαναν αδύνατη τη διάσχιση του με τα πρωτόγονα κανό των ταξιδιωτών.

Συνεπώς, αν ο Χάγιερνταλ κατόρθωνε να αποδείξει ότι ο διάπλους του Ειρηνικού είναι εφικτός, με ένα σκάφος κατασκευασμένο με τα υλικά και την τεχνολογία που είχαν στη διάθεσή τους οι προκολομβιανοί αμερικανοί, τότε θα είχε υπερπηδήσει το βασικότερο εμπόδιο στην αποδοχή της υπόθεσής του. Όμως από τη σύλληψη της ιδέας το 1937, χρειάστηκε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι την πραγμάτωσή της. Η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην αναποφαστικότητα του νεαρού Νορβηγού. Το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, η ένταξή του στις ελεύθερες νορβηγικές δυνάμεις και η στρατιωτική εκπαίδευσή του στη Βρετανία, τον υποχρέωσαν να βάλει στο συρτάρι τα σχέδιά του. Ακόμη όμως και μετά το τέλος του πολέμου, παρέμενε ανοικτό το πρόβλημα της χρηματοδότησης, καθώς οι πόρτες για μια αποστολή που τη θεωρούσαν άχρηστη και ταυτοχρόνως επικίνδυνη, ήταν κλειστές. Όταν το πρόβλημα αυτό λύθηκε, με τη χρηματοδότηση που του παρείχε μια κοινοπραξία εκδοτικών εταιρειών – έναντι της υποχρέωσης του πληρώματος να στέλνει ανταποκρίσεις, εν πλω – και τα υπουργεία Εθνικής Αμύνης των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου – έναντι της δοκιμής αποξηραμένων ειδών τροφής – ο Χάγιερνταλ έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό του.

Η φωτογραφία έχει ληφθεί από μικρή
βάρκα που ήταν προσδεδεμένη στη σχεδία

Το πρώτο βήμα ήταν η κατάρτιση των μελών του πληρώματος. Οι πρώτοι που εντάχθηκαν στην αποστολή ήταν ο Τόρσταϊν Ράανμπι και ο Κνουτ Χάουγκλαντ με τους οποίους ο Χάγιερνταλ είχε γνωριστεί στο στρατόπεδο εκπαίδευσης στη Βρετανία. Ο πρώτος είχε εργαστεί ως μέλος της Αντικατασκοπείας, και ο δεύτερος ήταν μέλος της μικρής ομάδας της νορβηγικής αντίστασης που ανατίναξε το εργοστάσιο παραγωγής βαρέος ύδατος στο Ργιουκάν (επαρχία Τέλεμαρκ), ώστε το πρόγραμμα της γερμανικής ατομικής βόμβας, το οποίο επόπτευε ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, να ανασταλεί. Στην αποστολή εκτός των Χάγιερνταλ (αρχηγός), Τόρσταϊν Ράανμπι (1918 – 1964), ασυρματιστής, Κνουτ Χάουγκλαντ (1917 – 2009) ασυρματιστής, εντάχθηκαν οι: Χέρμαν Βάτσιγκερ (1916 – 1986), ως υπαρχηγός και μετεωρολόγος, Έρικ Χέσελμπεργκ (1914 – 1972), ως πλοηγός και καλλιτέχνης της αποστολής και ο Σουηδός Μπενγκτ Ντάνιελσον (1921 – 1997), ως υπεύθυνος διαχείρισης εφοδίων. Στην αποστολή θα μετείχε επίσης ο Γκερτ Βολντ Χιούρουμ, ο οποίος όμως θα παρέμενε στην ξηρά, ως γραμματέας του εγχειρήματος και ένα μη ανθρώπινο μέλος, που θα επέβαινε στη σχεδία. Ήταν ένας παπαγάλος, ονόματι Λορίτα που ήταν δώρο ενός υποστηρικτή της αποστολής.

Αμέσως μετά ξεκίνησε η κατασκευή της σχεδίας στον λιμένα Καγιάο του Περού, υπό τις αυστηρές προδιαγραφές που είχε θέσει ο Χάγιερνταλ, προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η αυθεντικότητα της αποστολής: Θα γινόταν αποκλειστική χρήση της ξυλείας μπάλσα – ένα ξύλο ελαφρότερο από τον φελλό – που είχε ήδη υλοτομηθεί στο δάσος Κιβέδο του Ισημερινού. Οι εννέα επιμήκεις κορμοί, μήκους 13,7 μέτρων και οι εγκάρσιοι κορμοί, μήκους 5,5 μέτρων, θα δένονταν με σκοινιά από κάνναβη και στην όλη κατασκευή δεν θα υπήρχε, ούτε ένα μεταλλικό μέρος. Το κατάστρωμα θα επιστρωνόταν με ψάθες και θα διέθετε μια καμπίνα, κατασκευασμένη από μπαμπού, που θα προφύλασσε τα μέλη της αποστολής από τα καιρικά φαινόμενα. Τη σχεδία συμπλήρωνε ένα κατάρτι, ύψους 8,8 μέτρων στο οποίο ήταν αναρτημένο ένα ιστίο διαστάσεων 4,5 Χ 5,5 μέτρων, και έφερε στο κέντρο του την αναπαράσταση μιας μάσκας του θεού Κον-Τίκι – εξ ου και η ονομασία της σχεδίας – η οποία είχε βρεθεί στις όχθες της λίμνης Τιτικάκα.

Η αποστολή

Όταν η κατασκευή της σχεδίας ολοκληρώθηκε, ελάχιστοι από τους ειδικούς και τους στρατιωτικούς αξιωματούχους που επισκέφτηκαν το ναυπηγείο πίστευαν ότι η κατασκευή θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του μακρού και επίπονου ταξιδιού. Προέβλεπαν ότι το κατάστρωμα θα γέμιζε νερό και ότι η σχεδία θα διαλυόταν, πριν προλάβει να διανύσει περισσότερο από το ένα τέταρτο της φιλόδοξης πορείας της. Παρά ταύτα το Κον-Τίκι ξεκίνησε το ταξίδι του από το Καγιάο την 28η Απριλίου του 1947. Στη σχεδία είχαν φορτωθεί 250 γαλόνια νερού, καρύδες, και ξηρά τροφή, επαρκής για τρεις μήνες – συνυπολογιζομένων των ψαριών τα οποία θα αλίευε το πλήρωμα. Επίσης κάθε μέλος έφερε ένα περιορισμένο αριθμό αντικειμένων, προσωπικής του επιλογής.

Το Κον-Τίκι εισέρχεται πλησίστιο με αναπεπταμένες τις σημαίες των κρατών που μετείχαν στο εγχείρημα στην ατόλη Raroia

Ο Χάγιερνταλ πίστευε ότι το κύριο πρόβλημα ήταν να παραμείνει η σχεδία στην επιφάνεια. Αν αυτό κατορθωνόταν τότε, αργά ή γρήγορα οι άνεμοι και τα ρεύματα θα τη μετέφεραν δυτικά. Ωστόσο το ταξίδι δεν άρχισε με καλούς οιωνούς. Η σχεδία παρασυρμένη από το ρεύμα Χούμπολντ άρχισε να κατευθύνεται βόρεια αντί δυτικά, ενώ η θαλασσοταραχή δοκίμαζε τους αρμούς των κορμών της. Όμως όπως αποδείχτηκε, η ευλυγισία της κατασκευής του Κον-Τίκι το έκανε ανθεκτικό έναντι των κυμάτων. Βεβαίως υπήρχε ο φόβος, μήπως το ρεύμα παρέσυρε τη σχεδία πολύ βόρεια προς την περιοχή των Γκαλαπάγκος, τα οποία περιβάλλονται από έντονα ρεύματα, ή μήπως το νερό διαπότιζε την ξυλεία, ώστε η σχεδία να αποκτήσει επικίνδυνο βάρος. Καθώς όμως οι ημέρες περνούσαν, η αισιοδοξία ότι η σχεδία θα άντεχε μεγάλωνε, μαζί με την ελπίδα ότι, κάποια στιγμή, θα έπιανε το Νότιο Ισημερινό ρεύμα που θα την οδηγούσε δυτικά. Ο ύπνος όμως, ήταν ένα πρόβλημα· όπως περιέγραφε ο Χάγιερνταλ στο βιβλίο του: Κον-Τίκι, ο διάπλους του Ειρηνικού με μια σχεδία, έμοιαζε με τον ύπνο στη ράχη ενός μεγάλου ζώου, το οποίο ανέπνεε βαριά.

Η πλοήγηση του Κον-Τίκι γινόταν με τη βοήθεια του εξάντα και των χαρτών του Ειρηνικού. Βεβαίως, αυτό αποτελούσε – κατά κάποιον τρόπο- μια παραβίαση των όρων αυθεντικότητας που είχαν τεθεί για αυτό το εγχείρημα πειραματικής αρχαιολογίας. Όμως δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, καθώς ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά, για το αν και πώς οι αρχαίοι νοτιαμερικανοί γνώριζαν να πλοηγούνται με τη βοήθεια του έναστρου ουρανού. Κατά τα άλλα όμως το πλήρωμα αντιμετώπισε τους ίδιους κινδύνους – αλλά και τις ίδιες χαρές – που θα αντιμετώπιζαν και αυτοί: Πολυήμερες μάχες με τα κύματα και τους ανέμους, περιστατικά παράσυρσης μελών του πληρώματος από τη θάλασσα, συναντήσεις με φαλαινοκαρχαρίες γιγαντιαίου μεγέθους, αλλά και μαγευτικές νύχτες, όταν ο αέρας και τα κύματα κόπαζαν και η θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, έλαμπε από τη φωσφορίζουσα ζωή του πλαγκτού.

Ο χάρτης προέρχεται από το ομώνυμο, με την αποστολή, μουσείο στο Όσλο.

Όταν στα μέσα του Ιουλίου, πια, τα πελαγικά πουλιά άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε παράκτια, το πλήρωμα ήταν βέβαιο ότι πλησίαζαν τις ακτές της Πολυνησίας. Και πράγματι, στις 7 Αυγούστου, μετά από 101 ημέρες στη θάλασσα, τη διάνυση 8.000 χιλιομέτρων το Κον – Τίκι, με υψωμένες στο κατάρτι του, όλες τις σημαίες των χωρών που είχαν αναμιχθεί στο εγχείρημα, προσάραξε, και τελικά βυθίστηκε στον κοραλλιογενή ύφαλο Raroia. Το Κον-Τίκι είχε διανύσει μια απόσταση, όση αυτή που χωρίζει το Σικάγο, από τη Μόσχα! Ο Χάγιερνταλ, όπως παραδέχτηκε σε ένα παράρτημα του βιβλίου του, δεν απέδειξε πλήρως τη νοτιαμερικανική προέλευση των πολυνησίων, αλλά ότι η προέλευση αυτή, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί.

Τι γνωρίζουμε σήμερα;

Στις μέρες μας υπάρχει μια καθολική συμφωνία για την προέλευση των πολυνησίων. Αντίθετα απ’ ό,τι πίστευε ο Χάγιερνταλ, δεν προέρχονται από προκολομβιανή Αμερική, αλλά από την Ασία. Σε αυτό το συμπέρασμα συναινεί ένας αστερισμός από ποικίλα δεδομένα (ιστορικά, αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, ανθρωπολογικά), στα οποία, εσχάτως έχουν προστεθεί και γενετικά. Στα χρόνια της ανάληψης του ριψοκίνδυνου εγχειρήματος, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί, ότι η πλέον πειστική απόρριψη της υπόθεσής του, θα προερχόταν από την ανάπτυξη των ίδιων εργαλείων γονιδιωματικής ανάλυσης τα οποία προσφάτως χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη της πανδημίας Covid -19. Και η απόρριψη της βασικής ιδέας του Χάγιερνταλ, ήρθε από μια ερευνητική ομάδα του Πανεπιστήμιου του Στάνφορντ, επικεφαλής της οποίας ήταν ένας «δικός» μας. Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Ιωαννίδη, ο οποίος επιβεβαίωσε προγενέστερες, αλλά περιορισμένης εκτάσεως γενετικές έρευνες, που έδειχναν ότι οι Πολυνήσιοι κατάγονται από τη Νοτιοανατολική Ασία. Όμως η εργασία της ομάδας του Ιωαννίδη, που δημοσιεύθηκε στο Nature τον Ιούλιο του 2020, επεφύλασσε μια έκπληξη. Ο Χάγιερνταλ, δεν είχε εντελώς άδικο. Η σύγκριση των γονιδιωμάτων σύγχρονων πολυνησίων (από 17 διαφορετικούς νησιωτικούς πληθυσμούς) και σύγχρονων λατινοαμερικανών (από 15 ομάδες που ζουν στα παράλια του Ειρηνικού) έδειξε ότι κατά το παρελθόν – γύρω στο 1.200 μ.Χ. – είχε υπάρξει μια τουλάχιστον γενετική επικοινωνία μεταξύ των προγόνων τους…

Η αποστολή του Κον-Τίκι στη λαϊκή κουλτούρα

Το επίτευγμα του Χάγιερνταλ και της ομάδας του έκανε μεγάλη εντύπωση στον κόσμο της εποχής του. Το βιβλίο του, που εκδόθηκε στα νορβηγικά το 1948 μεταφράστηκε σε περίπου 70 γλώσσες και έγινε ένα διεθνές μπεστ σέλλερ. Το 1950 μια ταινία με κινηματογραφημένα στιγμιότυπα από την αποστολή κέρδισε το βραβείο Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ, ενώ το μέγεθος του επιτεύγματος στάθηκε αιτία, ώστε η σχεδία να δώσει το όνομά της σε δημοφιλή κοκτέηλ, σε ξενοδοχεία και σε πλωτά εστιατόρια.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι ο απόηχος του εγχειρήματος θα περιοριζόταν στην εποχή του — μια εποχή κατά την οποία η ανθρωπότητα, έχοντας μόλις βγει από τη φρίκη ενός παγκόσμιου πολέμου, διψούσε για ελπίδα και ειρηνικά επιτεύγματα — ο θρύλος του Κον-Τίκι αποδείχθηκε διαχρονικός.
Ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να εμπνέει ως ένας ύμνος στην ανθρώπινη επιμονή, στην αστείρευτη περιέργεια και στην τόλμη να υπερβαίνεις τα όριά σου.