Παίζει τάχα κάποιο ρόλο η τύχη στις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις; Φαίνεται πως ναι, και όχι μόνο διότι υπάρχει πλήθος παραδειγμάτων που το πιστοποιούν, αλλά και διότι η επίγνωση της ανάγκης της, εμπλούτισε την αγγλική γλώσσα με τον όρο: serendipity που αναφέρεται σε οποιαδήποτε τυχαία επιστημονική ή μη, ανακάλυψη. Διαβάστε λοιπόν το παραμυθάκι και τη μικρή ιστορία που κρύβεται πίσω από την επινοημένη, αλλά τόσο χρήσιμη λέξη.
Σε ένα παλιό περσικό παραμύθι που τιτλοφορείται «Οι τρεις πρίγκιπες του Σερεντίπ» τρεις πρίγκιπες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους σε μια ξένη χώρα συναντούν έναν άνθρωπο που τους ρωτά μήπως είδαν την χαμένη καμήλα του. Και ενώ οι ίδιοι δεν έχουν δει ποτέ τους καμήλα, τον υποβάλλουν σε μια σειρά τόσο εύστοχων ερωτημάτων (αν η καμήλα είναι μονόφθαλμη, αν μεταφέρει μια έγκυο γυναίκα, αν της λείπει ένα δόντι, αν είναι κουτσή, αν στη μια της πλευρά έχει φορτωθεί με βούτυρο και στην άλλη με μέλι) που ο άνθρωπος σχηματίζει την ιδέα ότι για να γνωρίζουν τόσα για το χαμένο ζώο και τη γυναίκα, τις έχουν κλέψει οι ίδιοι.
Έτσι οι τρεις πρίγκιπες οδηγούνται στον Πέρση βασιλιά Μπαχράμ, ο οποίος τους καταδικάζει σε θάνατο, παρά το ότι του εξηγούν ότι τα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά του ζώου και της αναβάτιδάς του, οφείλονται στην παρατήρηση των ιχνών που άφησε η καμήλα πίσω της:
- Το χορτάρι ήταν φαγωμένο από τη μια πλευρά του δρόμου μόνο, συνεπώς το ζώο ήταν μονόφθαλμο.
- Το ίχνος που άφηνε η δαγκωματιά του ζώου πάνω του είχε ένα χάσμα, που σημαίνει ότι από την καμήλα έλειπε ένα δόντι.
- Η μία από τις οπλές της καμήλας είχε αφήσει αποτύπωμα μικρότερου βάθους στην άμμο, άρα η καμήλα ήταν κουτσή.
- Στη μια πλευρά του δρόμου είχαν μαζευτεί μυρμήγκια, ένδειξη ότι από την πλευρά αυτή ήταν φορτωμένο βούτυρο που έλιωνε, ενώ στην άλλη πλευρά είχαν μαζευτεί μύγες, ένδειξη ότι από την πλευρά αυτή η καμήλα ήταν φορτωμένη με μέλι που έτρεχε.
- Τα αποτυπώματα που άφηνε ο αναβάτης, όταν ανέβαινε ή κατέβαινε από την καμήλα, μαρτυρούν ότι δεν ήταν έμπειρος, συνεπώς ήταν γυναίκα και μάλιστα έγκυος, γιατί εκεί που ούρησε υπήρχαν ίχνη από δύο παλάμες στο χώμα, πράγμα που σημαίνει ότι η αναβάτιδα είχε να ανασηκώσει μεγαλύτερο βάρος.

Το παραμύθι τελειώνει με την αθώωση των τριών πριγκίπων, μετά τη μαρτυρία ενός περαστικού που συνάντησε την περιπλανώμενη καμήλα με τη γυναίκα στην έρημο, αλλά και την αναγόρευσή τους σε συμβούλους του βασιλιά, ως επιβράβευση της παρατηρητικότητας και της οξύνοιάς τους.
Η ιστοριούλα αυτή όταν υπέπεσε στην αντίληψη του – πολυμαθούς πολιτικού, συγγραφέα, υιού του πρώτου πρωθυπουργού της Βρετανίας, και εξαδέλφου του ναυάρχου Νέλσωνα – Οράτιου Γουάλπωλ, τον ενέπνευσε να κατασκευάσει από τη λέξη Serendip (η Κεϋλάνη στα περσικά) μια νέα λέξη στην αγγλική γλώσσα, τη λέξη serendipity. Με τη λέξη αυτή, που έκτοτε εντάχθηκε στο αγγλικό λεξιλόγιο, αλλά και την ορολογία της επιστημολογίας, ο Γουάλπωλ ονόμασε κάθε τυχαία ανακάλυψη, αλλά και την ικανότητα να βρίσκει κανείς πολύτιμα πράγματα που δεν αναζητεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν γνωρίζουμε μόνον την ετυμολογία της λέξης· γνωρίζουμε με ακρίβεια την ημέρα γεννήσεώς της. Η λέξη λοιπόν πρωτογράφηκε σε μια επιστολή του Γουάλπωλ προς τον φίλο του, Οράτιο Μαν, την 28/1/1754.
Κλείνοντας, ας πούμε, ότι στον ρόλο της τύχης στην επίτευξη των μεγάλων επιστημονικών ανακαλύψεων, είχε αναφερθεί και Louis Pasteur, διατυπώνοντας ένα μνημειώδες απόφθεγμα:
Στον τομέα της επιστημονικής παρατήρησης, η τύχη βοηθάει μόνον τον καλά προετοιμασμένο νου.

