Η σημασία του καμουφλάζ για το ζωικό βασίλειο, είχε γίνει αντιληπτή για περισσότερα από 200 χρόνια πριν. Ο Έρασμος Δαρβίνος, στη Ζωονομία του (1794-1796) έγραφε: Τα χρώματα πολλών ζώων φαίνεται να είναι προσαρμοσμένα στον σκοπό να κρύβονται, είτε για να αποφεύγουν τον κίνδυνο, είτε για να ορμούν πάνω στα θύματά τους. Ο εγγονός του, ο Κάρολος Δαρβίνος δεν ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την προστατευτική σημασία του χρωματισμού των ζώων – ίσως διότι τη θεωρούσε αυτονόητη – και στο βιβλίο του: The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex (1871), εστίασε στη σημασία του χρωματισμού για την επιλογή συντρόφου. Το ερώτημα που είχε θέσει, ήταν γιατί τα αρσενικά των πτηνών, των εντόμων, των ερπετών και θηλαστικών, έχουν χρωματισμούς που αντί να τα κάνουν να περνούν απαρατήρητα, είναι εντυπωσιακοί; Και η απάντηση που έδωσε ήταν ότι, οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί εδραιώθηκαν στους πληθυσμούς των ζώων αυτών, επειδή τα θηλυκά προτιμούν τους φορείς τους.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα η εξήγηση του χρωματισμού των ζώων, πήγε ένα βήμα παραπέρα. Και το βήμα αυτό το έκανε ένας Αμερικανός ζωγράφος, ο Άμποτ Θάγιερ, που πρόσεξε κάτι το οποίο είχε διαφύγει της προσοχής των φυσιοδιφών: Τόσο τα χερσαία, όσο και τα υδρόβια ζώα είναι σκούρα χρωματισμένα στην πλευρά του σώματός τους που πέφτει περισσότερο φως και πιο ανοικτά χρωματισμένα στην πλευρά που το φως είναι λιγότερο. Και η ερμηνεία που έδωσε ήταν κατά βάση ορθή: Ο σκούρος χρωματισμός δυσχεραίνει την ανίχνευση ενός ζώου – όταν το κοιτάζει ο θηρευτής του από πάνω, κατά τον ίδιον τρόπο με τον οποίο, ο ανοικτός χρωματισμός δυσχεραίνει την αναγνώρισή του – όταν ο θηρευτής του το κοιτάζει από κάτω (στο φόντο του ουρανού, για τα πτηνά, και στο φόντο της θάλασσας που τη φωτίζει ο ουρανός, για τα ψάρια). Μάλιστα στο βιβλίο που συνέγραψε με τον γιό του, Gerald, υπό τον τίτλο: Αποκρυπτικός χρωματισμός στα ζώα (1909) διέκρινε και άλλες μορφές καμουφλάζ, εκτός από το ταίριασμα του χρώματος του ζώου με τα χρώματα του περιβάλλοντός του, στις οποίες εκτός από την αποσβεστική (εξουδετερωτική) σκίαση – στην οποία αναφερθήκαμε, περιελάμβανε και τα διασπαστικά σημάδια. Ένα δηλαδή σύνολο σημαδιών, τα οποία δημιουργώντας ψευδείς ακμές και όρια, διασπούν την προσοχή του παρατηρητή ώστε να μη μπορεί να αναγνωρίσει τη μορφή του ζώου, ή να ανιχνεύσει το περίγραμμά του.
Το βιβλίο του Θάγιερ δεν πέρασε απαρατήρητο. Έγινε βιβλίο αναφοράς για τους ζωγράφους και για τους βιολόγους της εποχής του. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Θάγιερ, το παρατράβηξε: Παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του, απέδωσε όλους ανεξαιρέτως τους χρωματισμούς των ζώων σε προσαρμογές που αφορούν στην προστασία τους από τους θηρευτές ή στην απόκρυψή τους, από τα θηράματα. Για κακή του τύχη όμως, το βιβλίο υπέπεσε στην αντίληψη του Προέδρου της Αμερικής, του Θεοδώρου Ρούσβελτ, που ήταν από τους πιο δραστήριους φυσιοδίφες της εποχής: Στην αρχή των σπουδών του στο Χάρβαρντ είχε επιλέξει τον τομέα της Φυσικής Ιστορίας. Όμως μετά τον θάνατο του πατέρα του, στράφηκε στη μελέτη του Δικαίου και της Ιστορίας, για να τιμήσει έτσι, τη μνήμη του πατέρα του ο οποίος ήταν αφοσιωμένος δημόσιος λειτουργός. Ωστόσο δεν ξέχασε ποτέ τα φυσιογνωστικά ενδιαφέροντά του: Ήταν παθιασμένος παρατηρητής της Φύσης και συλλέκτης ζώων τα οποία ο ίδιος ταρίχευε, ενώ είχε δημοσιεύσει ορνιθολογικές μελέτες και ένα δίτομο έργο για τα μεγάλα θηλαστικά της Αφρικής. Ως πρόεδρος ήταν ο ιδρυτής του Αμερικανικού Τμήματος Δασών, που έθεσε υπό την προστασία του εκατομμύρια στρέμματα γης και δημιούργησε τα μεγάλα εθνικά πάρκα των ΗΠΑ.
Ο Ρούσβελτ, λοιπόν είχε βάσιμες αντιρρήσεις: Ενώ δεχόταν ότι η προστατευτική απόκρυψη συναντιέται στη φύση, έβρισκε λάθος τη γενίκευσή της. Ότι δηλαδή όλοι οι χρωματισμοί των ζώων δεν αποτελούν καμουφλάζ, καθώς πολλά ζώα δεν επιδιώκουν να «χαθούν» στο περιβάλλον τους, αλλά αντιθέτως να γίνουν όσο δυνατόν πιο ορατά, είτε για να προσελκύσουν το αντίθετο φύλο, είτε για να αποτρέψουν μια επίθεση εναντίον τους, είτε ως σημάδια αναγνώρισης που κρατούν την κοινότητά τους ενωμένη. Τις σκέψεις του αυτές τις δημοσίευσε το 1911 – δυο δηλαδή χρόνια μετά την αποχώρησή του από την Αμερικανική προεδρία – σε ένα μακροσκελές άρθρο (ξεπερνούσε τις 100 σελίδες) στο επιστημονικό περιοδικό που εξέδιδε το Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και η αλήθεια είναι, με ιδιαίτερα σαρκαστικό τρόπο: Κατελόγιζε στον Θάγιερ άγνοια της συμπεριφοράς των ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον, και προσπάθεια βίαιης προσαρμογής των «αποδείξεων» που ο Θάγιερ είχε αποκομίσει από τις μελέτες του στο στούντιο ζωγραφικής, στον φυσικό κόσμο. Ο Θάγιερ ανταπάντησε στον πρώην Αμερικανό πρόεδρο και η αντιπαράθεση, έγινε αντικείμενο συζητήσεων στον επιστημονικό κόσμο της εποχής.
Παρά τις υπερβολές του, το έργο του Θάγιερ επεβίωσε και στην επιστήμη της Βιολογίας, αλλά και στην τέχνη του πολέμου, καθώς ήταν ορθό στις επισημάνσεις του για την αποσβεστική σκίαση και τον διασπαστικό χρωματισμό. Λίγους μήνες μετά την έναρξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου ο Βρετανός ζωολόγος Τζών Γκράχαμ Κερ – υπέρμαχος των ιδεών του Θάγιερ, με επιστολή του στον Γουίνστον Τσώρτσιλ, τότε Πρώτο Λόρδο του Ναυαρχείου, πρότεινε τη βαφή των πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού, σύμφωνα με τα πρότυπο της αποσβεστικής σκίασης και του διασπαστικού χρωματισμού. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές φαίνεται ότι ο Τσώρτσιλ, δεν απέρριψε την πρόταση και ξεκίνησαν δοκιμές, που όμως σταμάτησαν, μετά την αποχώρησή του, το 1915, από το Ναυαρχείο.

Δυο χρόνια αργότερα, ένας ζωγράφος – πάλι – έφερε στο προσκήνιο τη σημασία του χρωματισμού των πλοίων. Ονομαζόταν Νόρμαν Γουίλκινσον, και υπηρετούσε ως εθελοντής του Βασιλικού Ναυτικού σε ένα από τα ναρκαλιευτικά που περιπολούσαν στις ακτές της Βρετανίας. Έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που διέτρεχαν τα συμμαχικά πλοία από τα γερμανικά υποβρύχια, σκέφτηκε να προτείνει κάτι που δεν θα επιχειρούσε το αδύνατο: να γίνουν δηλαδή τα πλοία αόρατα από το περισκόπιο του γερμανικού υποβρυχίου, αλλά αντιθέτως ορατά. Η πρόταση έγινε δεκτή από το Ναυαρχείο και ο Γουίλκινσον παρήγαγε εκατοντάδες πρότυπα καμουφλάζ, για μικρά και μεγάλα πλοία. Στα πρότυπα αυτά, που θυμίζουν την κυβιστική τέχνη τα μοτίβα των δυο πλευρών του πλοίου ήταν διαφορετικά. Όλα όμως διακρίνονταν για την έντονη αντίθεση των χρωμάτων τους και τις ιδιόρρυθμες γραμμές τους, που «έσπαγαν» τη μορφή του πλοίου, ώστε να καθίσταται δυσχερής η αναγνώριση του περιγράμματός του και των άκρων του, ειδικά όταν βρισκόταν εν πλω.
Κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο η ιδέα του καμουφλάζ των πλοίων, αλλά και των αρμάτων μάχης, των κτιρίων και των στολών ενισχύθηκε χάρη στο βιβλίο του Βρετανού ζωολόγου Χιου Κοτ, Προσαρμοστικός Χρωματισμός στα Ζώα. Το βιβλίο αυτό που το προλόγιζε και το επαινούσε ο εξελικτικός βιολόγος Τζούλιαν Χάξλεϋ, δεν επηρέασε μόνο το επιστημονικό κοινό, αλλά και τα στρατιωτικά επιτελεία που έβρισκαν σε αυτό πρακτικές ιδέες για τη στρατιωτική παραλλαγή. Το βιβλίο που έχει τη φήμη του μοναδικού βιβλίου βιολογίας που έφτασε ποτέ στα γραφεία των επιτελείων, και στα σακίδια των αξιωματικών, εξακολουθεί να παραμένει, ως σήμερα, ένα βιβλίο αναφοράς. Ωστόσο η εφαρμογή των ιδεών που αναπτύσσει σε αυτό, δεν έγινε στην έκταση που ο Κοτ, επιθυμούσε ώστε να παραιτηθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Σαμποτάζ στην οποία υπηρετούσε.
Το επιμύθιο του άρθρου, θα μπορούσε να ήταν η σχέση ανάμεσα στην τέχνη της ζωγραφικής, τη Βιολογία, και την τέχνη του πολέμου. Αλλά μήπως θα μπορούσε να ήταν και ότι κάποτε οι ΗΠΑ ανεδείκνυαν προέδρους (όπως ο Τζέφερσον και ο Ρούσβελτ) που ήταν κοινωνοί των επιστημών. Διότι για τον παρόντα … χλωρίνη για τη θεραπεία από τον κορωνοϊό…
Για τη σύνταξη του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές:

