Ξέρετε τι είναι το σπαρματσέτο; Αν δεν ξέρετε ρωτήστε έναν από τους μεγαλύτερους φίλους σας ή συγγενείς σας. Θα σας απαντήσει ότι είναι το κερί. Αν τώρα, τον ρωτήσετε ποια είναι η ετυμολογία της λέξης, ενδέχεται να μη ξέρει. Μην ανησυχείτε όμως, διότι γι’ αυτό είναι εδώ το biology4u. Να σας πληροφορήσει για την ετυμολογία της λέξης και για κάτι ακόμη περισσότερο: ότι η λέξη – ΄όσο και αν σας φαίνεται παράδοξο – άπτεται της βιολογικής επιστήμης, της νομικής επιστήμης, ακόμη και της φυσικής φιλοσοφίας.
Η λέξη σπαρματσέτο προέρχεται από τη μεσαιωνική λατινική: spermaceti που αν βάλετε τη φαντασία σας να δουλέψει ίσως σας αποκαλύψει ότι είναι μια ελληνογενής σύνθετη λέξη η οποία κατασκευάστηκε από τις λέξεις σπέρμα και τη λέξη κήτος. Πράγματι λοιπόν, κατά το παρελθόν, τα κεριά – τα σπαρματσέτα δηλαδή, κατασκευάζονταν από μια λιπώδη ουσία η οποία εξαγόταν από το κεφάλι μερικών ειδών φαλαινών (ανήκουν στην υποτάξη των Odontoceti – οδοντοκητών), όπως οι φυσητήρες και σε μικρότερο βαθμό οι ραμφοφάλαινες. Σήμερα γνωρίζουμε ότι παράγονται από ένα ειδικό όργανο (spermaceti organ) που εντοπίζεται στο κεφάλι της φάλαινας. Τον Μεσαίωνα όμως, οπότε πλάστηκε ο όρος sparmaceti, πίστευαν ότι αποτελούσε το σπέρμα της φάλαινας, εξ ου και οι ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του.

Γνωρίζουμε αρκετά πράγματα, πια για το όργανο αυτό. Ότι μπορεί, π.χ. να εκτείνεται από το κεφάλι στο υπόλοιπο σώμα της φάλαινας και ότι η χωρητικότητά του, μπορεί να φτάσει ως και τα 2.000 λίτρα. Και ξέρουμε, φυσικά, ότι η λιπώδης ουσία που παρήγαγε αποτελούσε την οικονομική βάση της φαλαινοθηρίας, αφού χρησιμοποιείτο στην παραγωγή κεριών, καλλυντικών και βιομηχανικών λιπαντικών. Δεν γνωρίζουμε όμως πολλά για τον λειτουργικό ρόλο του οργάνου και της ουσίας που παράγει. Σύμφωνα με μια υπόθεση, που είναι και η επικρατέστερη, το όργανο αυτό είναι αισθητήριο. Η ημίρρευστη – στη ζωντανή φάλαινα – ουσία του είναι ευαίσθητη στους ήχους, ώστε το όργανο να αποτελεί ένα είδος sonar που βοηθά τη φάλαινα να εντοπίσει την τροφή της. Σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση αποτελεί όργανο ελέγχου της πλευστότητας του ζώου. Όταν η φάλαινα μειώνει τη θερμοκρασία του οργάνου, η πυκνότητα της λιπώδους ουσίας αυξάνεται και το ζώο διευκολύνεται στην κατάδυσή του. Αντιθέτως όταν αυξάνεται η θερμοκρασία του οργάνου, η ελάττωση της πυκνότητας της ουσίας, βοηθά στην ανάδυση του ζώου.
Το σπαρματσέτο λοιπόν και γενικότερα τα ιχθυέλαια το 1818 στη Νέα Υόρκη (δηλαδή γύρω στα 40 χρόνια πριν εκδοθεί η «Καταγωγή των ειδών» του Κάρολου Δαρβίνου και γύρω στα 60 χρόνια αφού ο Κάρολος Λινναίος είχε βάλει τα θεμέλια της επιστήμης της Συστηματικής) βρέθηκε στο επίκεντρο μιας περίεργης δικαστικής διαμάχης της οποίας επίδικο ήταν αν οι φάλαινες ανήκουν στα ψάρια ή όχι. Μη νομίσετε πως η υπόθεση αυτή απηχούσε αρχικά κάποιο ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, αν και το απέκτησε στη συνέχεια. Στην πραγματικότητα ξεκίνησε ως μια διαφορά ανάμεσα στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης και σε έναν έμπορο, ονόματι Samuel Judd.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Εκείνα τα χρόνια η Πολιτεία της Νέας Υόρκης διαπιστώνοντας ότι είχαν σημειωθεί μερικά κρούσματα νοθείας στο ιχθυέλαιο είχε θεσπίσει έναν νόμο ο οποίος υποχρέωνε τους εμπόρους ιχθυελαίων να καταβάλλουν ένα τέλος, προκειμένου τα βαρέλια τους να ελέγχονται και να πιστοποιούνται για την καθαρότητα του προϊόντος τους από τους επιθεωρητές του Δήμου. Όποιος έμπορος δεν συμμορφωνόταν υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα πρόστιμο 25$ ανά βαρέλι. Όταν λοιπόν ο επιθεωρητής του Δήμου James Maurice επισκέφθηκε το κατάστημα του Judd ΄διαπίστωσε ότι τρία βαρέλια σπαρματσέτου δεν είχαν ελεγχθεί. Και εφαρμόζοντας τον νόμο ζήτησε από τον Judd να καταβάλει τα 75$ του προστίμου. Τότε ο έξυπνος μαγαζάτορας τού αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι κάνει λάθος: Ο νόμος αναφέρεται σε ιχθυέλαια. Το σπαρματσέτο όμως προέρχεται από τις φα΄λαινες, που δεν είναι ψάρια! Έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο που όρισε ως ημερομηνία δίκης, που θα διεξαγόταν σε αίθουσα του Δημαρχείου, την 30η Δεκεμβρίου 1818.
Η δίκη διήρκησε δυο ημέρες. Στο διάστημα όμως αυτό, αλλά και στις ημέρες που ακολούθησαν είχε γίνει κεντρικό θέμα των συζητήσεων στην πόλη και εμφανιζόταν καθημερινά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο Richard Riker. Συνήγοροι του Judd ήσαν ο στρατηγός Robert Bogardus και ο κ. Price, ενώ ο δικηγόρος του ενάγοντος ήταν ο William Sampson. Στη δίκη οι δυο πλευρές κάλεσαν διάφορους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων φαλαινοθήρες, εμπόρους ιχθυελαίων, βυρσοδέψες κ.ά. μεταποιητές παραγώγων φάλαινας. Ο μοναδικός μάρτυς με επιστημονική ιδιότητα που είχε κληθεί – και ήταν μάρτυς υπεράσπισης του Judd – ήταν ο Samuel L. Mitchill, πρώην γερουσιαστής των ΗΠΑ από τη Νέα Υόρκη και καθηγητής Φυσικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.
Πριν προχωρήσουμε καλό είναι να αναφερθεί πως ο Κάρολος Λινναίος, ήδη από το 1758 στο θεμελιώδες έργο του Systema Naturae είχε κατατάξει τις φάλαινες στα Θηλαστικά, βασιζόμενος στο ότι είναι θερμόαιμες, διαθέτουν πνεύμονες και θηλάζουν τα μωρά τους. Ωστόσο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, μια επιστημονικά ορθή άποψη απορρίπτεται, έναντι μιας λανθασμένης που είναι όμως συμβατή με την κοινή λογική. Και στην εποχή αυτή η κοινή λογική όριζε ότι, αν ένα ζώο δεν είναι χερσαίο θηλαστικό ή πτηνό, τότε δεν μένει παρά να είναι ψάρι. Και καθώς οι φάλαινες κολυμπούσαν στη θάλασσα, τι άλλο θα μπορούσαν να ήταν εκτός από ψάρια;
Με το ξεκίνημα της δίκης έγινε φανερό ποιες θα ήταν οι υπερασπιστικές γραμμές των αντιδίκων. Ο Mitchill που ήταν τόσο ικανός γνώστης της Φυσικής ιστορίας, ώστε να του αρέσει να προκαλεί τους φοιτητές του, λέγοντάς τους: «Δείξε μου ένα πτερύγιο και θα σου πω σε ποιο είδος ψαριού ανήκει», υποστήριξε την κατάταξη της φάλαινας στα Θηλαστικά επικαλούμενος τα επιχειρήματα του Λινναίου, στα οποία προσέθεσε τις ομοιότητες στην ανατομία του ζώου και στη δομή της καρδιάς με αυτές του ανθρώπου, την απουσία ακτινωτών πτερυγίων στις φάλαινες, καθώς και ότι το ουραίο πτερύγιο τους δεν είναι κατακόρυφο – όπως των ψαριών, αλλά οριζόντιο. Επιπροσθέτως, αφού δήλωσε ότι αν και η γνώμη των φαλαινοθήρων, και των τεχνιτών είναι σεβαστή, πρόσθεσε ότι τον τελευταίο λόγο για το θέμα έχουν οι επιστήμονες που έχουν, πέραν πάσης αμφιβολίας, αποδείξει ότι η φάλαινα είναι θηλαστικό. Η εντύπωση των συνηγόρων του Judd ήταν ότι η υπόθεση ήταν τόσο καθαρή, τα επιστημονικά επιχειρήματα του Mitchill τόσο συντριπτικά, ώστε η δικαίωση του πελάτη τους, να ήταν προδιαγεγραμμένη.

Λογάριαζαν όμως, χωρίς τον ξενοδόχο, ή με άλλα λόγια χωρίς την πανέξυπνη υπερασπιστική γραμμή του William Sampson που στη φαρέτρα της είχε συμπεριλάβει την επίκληση της κοινής λογικής σε συνδυασμό με μια δημοκρατικοφανή, πάντως σαφή, αμφισβήτηση του κύρους των επιστημονικών ελιτ. Αναφορικά με την αξιοποίηση της κοινής λογικής επιτέθηκε στον Mitchill λέγοντάς του: «Αναφέρατε τρεις κατηγορίες ανθρώπων: ψαράδες, τεχνίτες και επιστήμονες. Υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη κατηγορία. Αυτοί που ούτε ψαρεύουν, ούτε επεξεργάζονται τα παράγωγα της φάλαινας, ούτε φιλοσοφούν. Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι αξίζει να δώσετε προσοχή στη γνώμη τους;». Και για να ολοκληρώσει την επίθεσή του δήλωσε με έμφαση ότι: «Σε μια δημοκρατία, τα δικαστήρια είναι που γεννούν τα γεγονότα και όχι κάποιος με κομψό κοστούμι ή λευκή ποδιά» υπονοώντας τους επιστήμονες.
Έτσι οι ένορκοι χρειάστηκαν μόνον δεκαπέντε λεπτά για να αναγγείλουν την ετυμηγορία τους, που καταδίκαζε τον Judd στην καταβολή του προστίμου. Όμως τον αμέσως επόμενο μήνα, η δικαστική ήττα του Judd, μετατράπηκε σε επιστημονική νίκη του. Η νομοθετική συνέλευση της Πολιτείας, δείχνοντας τα γρήγορα αντανακλαστικά της στην αναπροσαρμογή των αποφάσεών της, σύμφωνα με τα δεδομένα της επιστήμης, αναθεώρησε τον νόμο για τα ιχθυέλαια. Εξαίρεσε το φαλαινόλαδο, με το επιχείρημα ότι η φάλαινα είναι θηλαστικό και όχι ψάρι.
Επιμύθιο:
Φαινομενικά αυτή η ιστορία έφερε στο προσκήνιο μια ταξινομική διαφωνία – αν η φάλαινα είναι θηλαστικό ή ψάρι – εν πολλοίς διασκεδαστική. Ταυτόχρονα όμως, αποκάλυψε και διάφορα παράλληλα διλήμματα που αφορούν στην αντίθεση κοινής λογικής και επιστημονικής γνώσης, στις σχέσεις επιστήμης – δημοκρατίας και ίσως ακόμη περισσότερα, που ένας οξυδερκής αναγνώστης θα μπορούσε να προσθέσει.
Για τη σύνταξη του άρθρου αξιοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές:
Οι εικόνες έχουν ληφθεί από το βιβλίο: The Naturalist’s Library, του Robert Hamilton, εκδόσεις: Edinburgh, W.H. Lizars, 1843

