Τα λουλούδια που δεν μαραίνονται ποτέ

Το 1822 γεννήθηκε στη Český Dub μια πόλη της Βοημίας ο υαλουργός Λεοπόλδος Μπλάσκα. Η Βοημία είχε πίσω της ήδη μια μακραίωνα παράδοση υαλουργίας που είχε ευνοηθεί από την ΄άφθονη ξυλεία, την άμμο και τα υπόλοιπα υλικά που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία των καμινιών. Κι η παράδοση αυτή, που έχει κάνει το βοημικό κρύσταλλο φημισμένο για την καθαρότητά του και τη διαύγειά του, περνώντας στα χέρια του Λεοπόλδου και αργότερα στα χέρια του γιού του Ροδόλφου δημιούργησε διακοσμητικά αντικείμενα απαράμιλλης κομψότητας και δεξιοτεχνίας. Όμως, στα χρόνια που ακολούθησαν, γέννησε και ένα εργαλείο, που τέθηκε απροσδόκητα στην υπηρεσία της Βιολογίας, της οποίας τότε έμπαιναν οι σύγχρονες βάσεις.

Η τεχνική που είχε τελειοποιήσει ο πατέρας Μπλάσκα, στην οποία είχε δώσει το όνομα: κλώσιμο γυαλιού, του επέτρεπε να δημιουργεί λεπτεπίλεπτες δομές που ήταν αδύνατον να κατασκευαστούν με άλλες μεθόδους και η αλήθεια είναι ότι ως τις ημέρες μας παραμένει απλησίαστη. Κι όπως ο ίδιος είχε γράψει σε μια επιστολή του το 1889:

Εννοείται πως η εξήγηση που έδινε ο Λεοπόλδος Μπλάσκα, αν και ειλικρινής είναι αμφίβολη, από την άποψη ότι περισσότερο ίσως από μια δεξιότητα που έχει γενετική βάση, αυτό που μεταβιβάστηκε σε αυτόν από τον πατέρα του και από τον ίδιον στον γιό του Ροδόλφο, δεν ήταν κυρίως, γονίδια, αλλά μια εμπειρία και μια τεχνική που ένα περιβάλλον μάθησης «κληροδοτούσε» από γενιά σε γενιά.

Ό,τι πάντως και να ισχύει ο Λεοπόλδος Μπλάσκα εμπνεύστηκε την κατασκευή κρυστάλλινων μοντέλων οργανισμών κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με ιστιοφόρο που έκανε στην Αμερική το 1853. Μια νύχτα του Μαΐου, κατά την οποία το πλοίο είχε καθηλωθεί εξαιτίας άπνοιας, παρατήρησε στη σκοτεινή θάλασσα μια μέδουσα που ακτινοβολούσε λόγω βιοφωταύγειας. Η χάρη των γραμμών της τον εντυπωσίασε τόσο, ώστε να επιθυμήσει, κάποια στιγμή να ασχοληθεί με την παραγωγή μοντέλων θαλάσσιων ασπονδύλων. Όμως αυτό δεν συνέβη, παρά δέκα χρόνια μετά την επιστροφή του στη Βοημία και αφού είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί μοντέλα ανθέων, αποκλειστικά και μόνον για λόγους πειραματισμού και προσωπικής ευχαρίστησης.

Όταν τα μοντέλα αυτά υπέπεσαν στην αντίληψη του πρίγκηπα Camille de Rohan που ήταν λάτρης των φυσικών επιστημών, ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε τόσο ώστε να ζητήσει από τον Λεοπόλδο να του κατασκευάσει το 1862, 100 περίπου τροπικά φυτά με πρότυπο τα φυτά των θερμοκηπίων του κτήματος Sychrov που ήταν στην ιδιοκτησία του. Ήταν η πρώτη φορά που ο ταλαντούχος υαλουργός θα αποκόμιζε χρήματα από τα κρυστάλλινα φυτά του. Και η επιτυχία αυτή γρήγορα επεκτάθηκε, όταν ο διευθυντής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Δρέσδης, καθηγητής Ludwig Reichenbach έπεισε τον πρίγκηπα να χρηματοδοτήσει την κατασκευή κρυστάλλινων μοντέλων θαλασσίων ασπονδύλων, αλλά και τον υαλουργό να την αναλάβει, δέκα περίπου χρόνια αφού την είχε εμπνευστεί στο ταξίδι του στην Αμερική.

Το μοντέλο της Ziminella salmonacea – ενός θαλάσσιου γαστεροπόδου – που ο Λεοπόλδος Μπλάσκα κατασκεύασε το 1860. Ανήκει στη συλλογή των Εθνικών Μουσείων της Ουαλίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν τον καθηγητή να προτείνει την κατασκευή των κρυστάλλινων θαλασσίων ασπονδύλων ήταν απολύτως πρακτικοί. Εκείνη την εποχή η κύρια μέθοδος για τη διατήρηση και έκθεση δειγμάτων θαλασσίων οργανισμών ήταν η τοποθέτησή τους μέσα σε δοχεία με οινόπνευμα, που όμως ήταν βραχύβια καθώς το δείγμα αποχρωματιζόταν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αποσυνετίθετο. Οπότε τα αναλλοίωτα στον χρόνο και ακριβή κρυστάλλινα μοντέλα του Μπλάσκα, θα αποτελούσαν πρώτης τάξεως εποπτικά υλικά για τη διδασκαλία της Ζωολογίας, αλλά και πρώτης τάξεως εκθέματα στα μουσεία Φυσικής Ιστορίας.

Αρχικά ο Λεοπόλδος χρησιμοποιούσε ως πηγές για την κατασκευή των μοντέλων του τις εικονογραφήσεις των επιστημονικών βιβλίων και περιοδικών της εποχής. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν το έργο του Άγγλου πρωτοπόρου της θαλάσσιας βιολογίας Philip Henry Gosse, Actinologia Britannica (1860) που αφορούσε στις θαλάσσιες ανεμώνες και τα κοράλλια των βρετανικών θαλασσών, αλλά και οι εικονογραφήσεις του Ernst Haeckel, με τον οποίο ο υαλουργός ανέπτυξε μακρόχρονη συνεργασία. Κατά τα τέλη του 1870, ο Λεοπόλδος και ο γιός του Ροδόλφος – που ήδη είχε ενταχθεί στην οικογενειακή επιχείρηση – αντιλαμβανόμενοι ότι τα μοντέλα τους, ως τρισδιάστατες επινοήσεις δισδιάστατων εικονογραφήσεων, στερούνταν της ακρίβειας την οποίαν επιθυμούσαν, άρχισαν να χρησιμοποιούν ζωντανά δείγματα τα οποία διατηρούσαν σε ενυδρεία της επιχείρησης. Επίσης στράφηκαν στη μελέτη της ανατομίας και της εσωτερικής οργάνωσης των οργανισμών που απεικόνιζαν, ώστε η εργασία τους να αποκτήσει μεγαλύτερη επιστημονική πληρότητα και τεκμηρίωση.

Μοντέλο καλαμαριού (By Klaus D. Peter, Wiehl, Germany)
Το μοντέλο του ακτινόζωου Aulosphaera elegantissima.

Η φήμη της δουλειάς τους ήταν τόση ώστε να αναπτύξουν ένα ευρύ δίκτυο ταχυδρομικών παραγγελιών που αποστέλλονταν σε μουσεία και ινστιτούτα όπως το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βοστώνης, το Βελγικό Ινστιτούτο Ζωολογίας, το Μουσείο Συγκριτικής Ιστορίας του Χάρβαρντ κ.ά.

Όταν τα δείγματα των θαλασσίων ασπονδύλων που είχε αγοράσει το Χάρβαρντ περιήλθαν στην αντίληψη του καθηγητή George Lincoln Goodale στον οποίο είχε ανατεθεί η ίδρυση του Βοτανικού Μουσείου του Χάρβαρντ, εκείνος αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στην έδρα της επιχείρησης των Μπλάσκα, στη Δρέσδη, προκειμένου να τους προτείνει την κατασκευή κρυστάλλινων βοτανικών μοντέλων. Και στην περίπτωση αυτή οι λόγοι που ώθησαν τον καθηγητή ΄ήταν επίσης πρακτικοί: Τα συμπιεσμένα και αποξηραμένα δείγματα των φυτολογίων εκτός από δισδιάστατα έχαναν το χρώμα τους και τη μορφή τους, ώστε να μην είναι όσο έπρεπε ακριβή και κατατοπιστικά για διδακτικά εργαλεία.

Αρχικά ο πατέρας Μπλάσκα ήταν διστακτικός: Δεν θα έπρεπε μόνον να επιστρέψει στην κατασκευή κρυστάλλινων ανθέων, αλλά και να το κάνει εις βάρος της επικερδούς παραγωγής θαλασσίων μοντέλων την οποία είτε θα έπρεπε να εγκαταλείψει, είτε να περιορίσει. Τελικώς όμως δέχτηκε να στείλει στην Αμερική μια σειρά δειγμάτων ανθέων. Κι όταν τα δείγματα αυτά έγιναν ενθουσιωδώς δεκτά από τους ανθρώπους του Χάρβαρντ, ώστε να προτείνουν στους Μπλάσκα, ένα δεκαετές! συμβόλαιο 8.800 μάρκων, ετησίως (σ.σ. οι μηχανές ΑΙ τα εκτιμούν σε 90.000 σημερινά €), ξεκίνησε η παραγωγή των κρυστάλλινων βοτανικών δειγμάτων.

Πατέρας και υιός Μπλάσκα

Τελικά η επιχείρηση στο χρονικό διάστημα 1886 – 1938 κατασκεύασε για το Χάρβαρντ 4.300 βοτανικά μοντέλα που αντιπροσωπεύουν 780 φυτικά είδη. Τα μοντέλα αυτά αποτελούν τη συλλογή Glass Flowers που φυλάσσεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Χάρβαρντ. Μετά τον θάνατο του Λεοπόλδου Μπλάσκα, το 1895 την εργασία συνέχισε ο γιός του Ροδόλφος, ως την ηλικία των 80 ετών, οπότε ανακοίνωσε τη συνταξιοδότησή του. Ατυχώς καθώς ήταν άτεκνος, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του δεν είχαν προσλάβει μαθητευόμενους, η τέχνη τους χάθηκε. Όμως άφησε πίσω της ένα εκπληκτικό έργο το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί με την προσπάθεια των αλχημιστών. Αυτοί προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να μετατρέψουν ευτελή μέταλλα σε χρυσό. Αντιθέτως οι Μπλάσκα πέτυχαν να εμφυσήσουν στο φυσητό γυαλί τους, πνοή ζωής.

Κλείνοντας είναι σωστό να ειπωθεί ότι οι Μπλάσκα δεν παρήγαγαν, επακριβώς επιστημονικό έργο. Όμως το έργο τους, εκτός από την αξεπέραστη καλλιτεχνική του αξία βοήθησε με την ανακατασκευή και αναπαράσταση της φύσης, τη διδασκαλία και τη διάδοση της επιστήμης που τη μελετά.

Ατυχώς οι φωτογραφίες της συλλογής Ware του Χάρβαρντ δεν είναι ελεύθερα διαθέσιμες, ώστε να αναρτηθούν. Εκτός λοιπόν από τις λίγες φωτογραφίες που παραθέτει το b4u, παρατρύνουμε τον αναγνώστη να παρακολουθήσει το βίντεο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας που έχουμε αναρτήσει ώστε να θαυμάσει τη μοναδική εργασία των δυο καλλιτεχνών υαλουργών.

Φωτογραφία από προθήκη των γυάλινων λουλουδιών του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Χάρβαρντ
Η ορχιδέα Laelia crispa

Για τη σύνταξη του άρθρου αξιοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές: