Ο Ρίτσαρντ Φάινμαν και η βιολογία

Ξ΄΄έρουμε αρκετά για τον Φάινμαν. Ότι ήταν ένας λαμπρός θεωρητικός φυσικός που τιμήθηκε με βραβείο Nobel. Ότι μετείχε στο πρόγραμμα Μανχάταν, που γέννησε την ατομική βόμβα. Ότι έμπαιζε μπόγκος, ότι ήταν επιδέξιος στη διάρρηξη κλειδαριών. Ότι ήταν καλαμπουρτζής και φαρσε΄ρ, πρώτης γραμμής. Δεν ξέρουμε όμως παρά ελάχιστα για την ενασχόλησή του με τη Βιολογία, η οποία μόνο περιστασιακή δεν ήταν. Αυτή λοιπόν την πτυχή της ενδιαφέρουσας προσωπικότητας του μεγάλου φυσικού – που ήταν μέρος μιας ακόρεστης, και εκρηκτικά μεταδοτικής περιέργειας στα μαθήματά του, στις διαλέξεις του και στα βιβλία του – θα παρουσιάσω στο τρέχον άρθρο. Πηγές μου, θα είναι το βιβλίο του: Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάινμαν (Εκδόσεις Τροχαλία*) και δυο άρθρα που έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά σχετικά με το θέμα.

Ο Φάινμαν ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Princeton κάποια στιγμή αποφάσισε να σταματήσει να συντρώγει στην τραπεζαρία με τους φυσικούς συμφοιτητές του και να αρχίσει να κάθεται και με φοιτητές άλλων ειδικοτήτων. Είχε την περιέργεια, όπως γράφει: «να μάθει τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος». Κάποτε ήρθε και η σειρά των βιολόγων που τον κάλεσαν σε μια σειρά μαθημάτων για τη φυσιολογία κυττάρων. Ο Φάινμαν δέχτηκε την πρόσκληση, έπρεπε όμως να συμφωνήσει και ο καθηγητής τους, ο Edmund Newton Harvey, κορυφαίος ειδικός στη βιοφωταύγεια και μαθητής του γενετιστή Thomas Hunt Morgan, στο πανεπιστήμιο Columbia.

Πριν λοιπόν από το πρώτο μάθημα οι φίλοι του θέλησαν να του δείξουν μερικά παρασκευάσματα στο εργαστήριο. Όταν κάποια στιγμή τού έδειξαν στο μικροσκόπιο τους χλωροπλάστες των φυτικών κυττάρων, ο Φάινμαν αφού τους παρατήρησε σήκωσε τα μάτια του από το μικροσκόπιο και τους ρώτησε: «Πώς κινούνται, τι τα σπρώχνει;». Όταν πια κανείς δεν μπορούσε να του απαντήσει – διότι πολύ απλά δεν είχε βρεθεί ακόμη η απάντηση – ο Φάινμαν συνεπέρανε ότι: «Στη βιολογία είναι πολύ εύκολο να βρεις μια ενδιαφέρουσα ερώτηση που κανείς δεν θα μπορούσε να την απαντήσει»

Στη σειρά αυτών των μαθημάτων ο Φάινμαν χρεώθηκε, όπως όλοι οι φοιτητές, να κάνει περιλήψεις επιστημονικών εργασιών. Και η πρώτη που του ανέθεσε ο Harvey – λόγω της συνάφειάς της με τη Φυσική – αφορούσε σε ένα άρθρο για την επίδραση της πίεσης στα κύτταρα. Η περίληψη πήγαινε καλά, καθώς ο Φάινμαν δεν συνάντησε δυσκολίες στην κατανόηση του θέματος. Όταν όμως άρχισε να τη διαβάζει στην τάξη οι φίλοι του «κάθε τόσο ξεσπούσαν σε υστερικά γέλια, διότι δεν πρόφερε σωστά τους όρους».

Σε ένα από τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου του, επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και αναφέρεται στο εργαστήριο που είχε στήσει στο σπίτι του, το οποίο περιελάμβανε και ένα μικροσκόπιο. Γράφει λοιπόν σχετικά:

Διαβάζοντας τις γραμμές αυτές, ο βιολόγος που τις γράφει εκπλήττεται ευχάριστα. Δεν είναι στ’ αλήθεια περίεργο ΄ότι ένας φυσικός – ένας δηλαδή επιστήμονας στον οποίο προσιδιάζει ο αναγωγισμός, να εγκωμιάζει την παρατήρηση και ιδιαιτέρως την περιγραφή, την παλαιά τέχνη της Φυσικής Ιστορίας την οποία οι βιολόγοι – αν δεν έχουν απαρνηθεί – τη λογαριάζουν υποδεέστερη σε ακρίβεια και αντικειμενικότητα του πειράματος;

Και μια και αναφέρθηκα στο πείραμα, το «Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάινμαν» επιφυλλάσσει μια αστεία ιστορία, γύρω στο 1953, οπότε βρέθηκε στο Caltech. Και γράφει:

Μετά τον πόλεμο, κάθε καλοκαίρι, συνήθιζα να ταξιδεύω με το αυτοκίνητο και να επισκέπτομαι διάφορα μέρη των ΗΠΑ. Μια χρονιά, ενώ βρισκόμουν στο Caltech αποφάσισα ότι αυτό το καλοκαίρι, αντί να πάω σε ένα διαφορετικό μέρος, θα πάω σε έναν διαφορετικό επιστημονικό τομέα. Ήταν ακριβώς μετά την ανακάλυψη της έλικας του DNA από τους Watson και Crick. Στο Caltech υπήρχαν μερικοί πολύ καλοί βιολόγοι κι ένα σπουδαίο εργαστήριο. Ήρθε και ο Watson και έδωσε μερικές διαλέξεις για τον γενετικό κώδικα. Πήγα στις διαλέξεις του και ενθουσιάστηκα. Ήταν μια πολύ συναρπαστική στιγμή για τη βιολογία και το Caltech βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της έρευνας. Δεν μου πέρασε ιδέα ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με κανονική έρευνα στη βιολογία και ήμουν ευχαριστημένος “να πλένω πιάτα”, που λέει ο λόγος, προκειμένου να παρακολουθώ όσα συνέβαιναν στο εργαστήριο. Πήγα λοιπόν στο εργαστήριο βιολογίας για να τους εκφράσω την επιθυμία μου, αλλά ένας νέος επιστήμονας, ο Bob Edgar (σ.σ. αντικείμενο της εργασίας του ήταν η συναρμολόγηση των μερών των βακτηριοφάγων1 σε πλήρες σωματίδιο) μου είπε ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει και ότι θα έπρεπε να μου δώσει ένα θέμα ανάλογο με αυτό των τετραετών. Το δέχτηκα».

Έτσι ο Φάινμαν υποχρεώθηκε να μάθει να χειρίζεται τους βακτηριοφάγους1 στους οποίους, όπως άλλωστε και στα βακτήρια οφείλουμε πολλά απ’ όσα γνωρίζουμε για το γενετικό υλικό και τον χειρισμό του.

Από την αρχή κατάλαβα ότι γλίτωνα πολύ φασαρία, επειδή ήξερα φυσική και μαθηματικά. Γνώριζα πώς συμπεριφέρονται τα άτομα στα υγρά και τι είναι η φυγόκεντρος δύναμη. Γνώριζα εξάλλου αρκετική στατιστική για να μπορώ να καταλάβω τι θα πει στατιστικό λάθος στις μετρήσεις μικρών κόκκων που βρίσκονταν πάνω σε ένα πλακίδιο. Έτσι ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν αυτά τα «καινούργια» πράγματα εγώ χρησιμοποιούσα τον χρόνο μου για να μάθω το καθαρά βιολογικό μέρος. Χρησιμοποιώ ακόμη και σήμερα μια εργαστηριακή τεχνική που έμαθε τότε, σε εκείνα τα μαθήματα. Μπορούσαμε να κρατάμε με ευχέρεια έναν δοκιμαστικό σωλήνα και να αφαιρούμε το καπάκι του με το ένα χέρι, ενώ το άλλο είναι απασχολημένο με κάτι άλλο. Τώρα μπορώ να κρατάω την οδοντόβουρτσά μου με το ένα χέρι και με το άλλο να κρατάω το σωληνάριο με την οδοντόκρεμα, να το σφραγίζω και να το αποσφραγίζω».

Όμως πριν αναφερθώ στην εμπλοκή του Ρίτσαρντ Φάινμαν με τη μοριακή βιολογία, σκόπιμο είναι να παραθέσω το κίνητρο που τον παρότρυνε να ασχοληθεί με αυτήν. Σε μια λοιπόν διάλεξή του ο Φάινμαν, ως (ας μην παρεξηγηθούν οι φίλοι μου οι φυσικοί) κατατρυχόταν από την απατηλή αλαζονεία ότι: «Δεν υπάρχει τίποτα που να κάνουν τα έμβια όντα που να μην μπορεί να γίνει κατανοητό από την άποψη ότι είναι φτιαγμένα από άτομα σύμφωνα με τους νόμους της Φυσικής». Οι βιολόγοι όμως μπορούμε να είμαστε ανεκτικοί απέναντι σε αυτήν τη φυσικαλιστική κομπορρημοσύνη. Ακόμη περισσότερο να επικαλεστούμε με γενναιοδωρία μερικά καλά ελαφρυντικά, ώστε να μην επιβαρύνουμε τη θέση του.

  • Πρώτον, ότι μάλλον η κύρια σκοπιμότητά του δεν ήταν να καταφερθεί εναντίον της αυτοτέλειας της βιολογίας – να θεωρεί δηλαδή ο Φάινμαν, ότι τα ιδιαιτέρως πολύπλοκα βιολογικά φαινόμενα εξηγούνται ευθέως με την αναγωγή τους σε φυσικά . Σκοπιμότητά του ήταν να απορρίψει τον βιταλισμό, τη μυστικιστική δηλαδή αντίληψη περί μιας ανεξιχνίαστης δυνάμεως – vis vitalis – που αποτελεί την κινούσα δύναμη των εμβίων όντων.
  • Δεύτερον, ότι πολλά απ’ όσα πλέον γνωρίζουμε – ώστε να τοποθετούμε τα έμβια όντα σε μια ιδιαίτερη κατηγορία της ύλης, δεν ήταν αντιληπτά τη δεκαετία του 1960, στην έκταση που είναι σήμερα. Επί παραδείγματι, ότι δεν ήταν τόσο σαφές πως κάθε επίπεδο στο οποίο οργανώνεται η έμβια ΄ύλη εμφανίζει αναδυόμενες ιδιότητες οι οποίες δεν αποτελούν ευθεία συνέπεια των ιεραρχικά προηγουμένων του. Ή ότι είναι επιπόλαια χίμαιρα να αποπειραθείς να εξηγήσεις, με βάση τους χημικούς δεσμούς, την ηλεκτραρνητικότα των βασικών στοιχείων από τα οποία αποτελείται η ζωή ( C, H, O, N) κ.ά. να εξηγήσεις γιατί ένα τέτοιο άθροισμά τους, όπως εσείς κι εγώ, μπορεί να χαίρεται που γράφει τις γραμμές αυτές, ή να έχει σκυλοβαρεθεί από την ανάγνωσή τους, να λατρεύει τα μακαρόνια με τον κυμά, αλλά να απεχθάνεται τις μπάμιες. Και επίσης του να αντιλαμβάνεσαι πως οι αιτιότητες τις οποίες αναζητούν οι βιολόγοι είναι τόσο άμεσες (η αιτία για την οποία πετάει ένα πουλί είναι ο πτητικός εξοπλισμός του), όσο και απώτατατες (τα πουλιά απέκτησαν την ιδιότητα να έχουν φτερά, εξαιτίας μιας μακράς απώτατης αιτιότητας, που είναι η εξελικτική τους πορεία).
  • Τρίτον, ότι ο «αναγωγισμός» – η απόπειρα δηλαδή να εξηγείς τη λειτουργία του όλου, προσφεύγοντας στη μελέτη των μερών του -αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς αποτελεί κι αυτός μέρος του οπλοστασίου της βιολογίας. Ελλείψει του, τη μισή δόξα της Βιολογίας, όπως την ανακάλυψη της στερεοδιάταξης του DNA, τον χειρισμό του και τις εφαρμογές που απορρέουν από αυτόν, και κυριολεκτικά σώζουν ζωές, θα έπρεπε να την ξεχάσετε…
  • Τελευταίο, αλλά όχι ύστατο. Αν όλα αυτά τα ελαφρυντικά, δεν συγκινούσαν το ακροατήριο του δικαστηρίου στο οποίο θα είχαμε προσαγάγει τον Φέινμαν με το κατηγορητήριο του φυσικαλισμού, έχω ένα – πιστεύω ακαταμάχητο. Ρίξτε μια ματιά στην κομψότατη και ευαίσθητη ωδή του σε ένα άνθος. Θα μπορούσε ποτέ να γραφεί από τη γραφίδα ενός σκληρού φυσικαλιστή; Δύσκολο μου φαίνεται.
Max Delbrück

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην κύρια συμβολή του Φάινμαν στη Βιολογία που ξεκίνησε το 1959 και κορυφώθηκε το 1960. Ο Φάινμαν πέρασε ολόκληρο το εκπαιδευτικό έτος 1959-1960 στο Caltech εργαζόμενος στη Βιολογία. Δεν είχε άραγε ένα πρόβλημα της Φυσικής που να τσιγκλούσε την περιέργειά του; Μήπως είχε αρχίσει να πλήττει με τη Φυσική και ήθελε κάποια αλλαγή; ή κάτι άλλο; Νομίζω ότι οι γραμμές που θα ακολουθήσουν θα ρισκάρουν κάποια απάντηση… Ό,τι και να συνέβη πάντως, υπό την επίβλεψη του Robert (Bob) S. Edgar εργάστηκε στο εργαστήριο του Max Delbrück. Αρχικά ασχολήθηκε με τη μελέτη των αντίστροφων μεταλλάξεων2 και αργότερα στράφηκε, συνεργαζόμενος με τον Matt Meselson (τον έναν από τους δυο επιστήμονεες – ο άλλος ήταν ο Franklin Stahl – που με το περίφημο πείραμά τους απέδειξαν την ημισυντηρητικότητα του διπλασιασμού του DNA) πάνω στη μελέτη των ριβοσωμάτων3 Το προϊόν αυτών των εργασιών, κάθε άλλο από αμελητέο ήταν, ώστε να προσκληθεί να παρουσιάσει τα αποτελέσματά του σε ένα σεμινάριο στο Χάρβαρντ στο οποίο παρίσταντο οι Watson και Crick. Ο τελευταίος μάλιστα συμπεριέλαβε σε μια σημαντική εργασία του που εκδόθηκε το 1962 την εργασία των Edgar και Φάινμαν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίοδος εμπλοκής του Φάινμαν στο πράγματα της βιολογίας δεν ήταν όποια κι όποια. Εκείνη την εποχή εδραιωνόταν η Μοριακή Βιολογία, ως διακριτός κλάδος που αποσκοπούσε στη μελέτη των ενοποιητικών φαινομένων της ζωής, είχε διεπιστημονικό χαρακτήρα – αφού ενέπλεκε βιολόγους, φυσικούς, χημικούς, μαθηματικούς – διεξαγόταν με τη χρήση απλών βιολογικών συστημάτων (βακτήρια και ιοί), ως εργαλείων παραγωγής εννοιολογικών μοντέλων και αξιοποιούσε το πλέον προωθημένα όργανα και τεχνικές. Οικονομικός αρωγός του μεγάλου αυτού προγράμματος ήταν το Ίδρυμα Rockefeller και μεταξύ των επωφελούμενων ιδρυμάτων ήταν το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και το Caltech που κρατούσε τα πρωτεία, λόγω του προβαδίσματος που έδινε στη διεπιστημονική συνεργασία και ειδικά στη συναρμογή Βιολογίας, Μηχανικής και Φυσικής.

Ο Delbrück λοιπόν που ήταν ο επικεφαλής του εργαστηρίου του Caltech, ΄ήταν και ο ιθύνων νους του προγράμματος των φάγων (βακτηριοφάγων) που αποτελούσε ένα ευρύ δίκτυο ερευνητών – ανάμεσα στους οποίους και ο Salvador Luria και o Alfred Hershey οι οποίοι τιμήθηκαν από κοινού με το βραβείο Nobel  το 1969 – το οποίο αποτέλεσε την κοιτίδα της Μοριακής Βιολογίας. Η ομάδα είχε κάνει μια ευφυέστατη επιλογή. Χρησιμοποιώντας τους ιούς των βακτηριοφάγους ή απλώς φάγους, ως το κύριο πειραματικό υλικό επωφελήθηκε από τις εξής ιδιότητές τους: Την απλότητά τους (ένα μόριο DNA περιβεβλημένο από ένα πρωτεϊνικό κάλυμμα), την ταχύτητα πολλαπλασιασμού τους, και την ευχέρεια της μέτρησης του πληθυσμού τους, με μεθόδους εμπνευσμένες από τη μαθηματική ανάλυση και τη φυσική), ώστε να μετατρέψει τη Βιολογία σε μια μοριακή επιστήμη και να δημιουργήσει μια σειρά μεθοδολογικών και εννοιολογικών εργαλείων τα οποία βρίσκονται πίσω από τα επιτεύγματα της σύγχρονης βιολογίας.

Στο εργαστήριο του Delbrück, κάθε επιστήμονας που είχε βασικές γνώσεις εργαστηριακών τεχνικών και ισχυρό μαθηματικό υπόβαθρο, είχε θέση. Κι ένας τέτοιος ήταν ο Ρίτσαρν Φάινμαν. Όταν λοιπόν ο Φάινμαν αποφάσισε να ενταχθεί στο εργαστήριο του Delbrück, ίσως να ήταν διότι γοητεύτηκε από το ίδιο το εγχείρημα και την ακτινοβολία του νεοφανούς κλάδου. Αυτό βεβαίως αποτελεί μια εικασία μου, εικασία όμως που την ενισχύει ένα ιστορικό γεγονός: Μήπως και ο Delbrück, δεν είχε γοητευθεί από τη Βιολογία, ώστε να εγκαταλείψει τη Φυσική και τον μέντορά του Nils Bohr, για να δοκιμάσει τις δυνατότητες εφαρμογής της κβαντομηχανικής στα βιολογικά φαινόμενα; Κι εδώ που τα λέμε – κι ας μην κακοφανιστούν οι φίλοι μου χημικοί και φυσικοί – δεν είναι αλήθεια ότι όσο πιο πλούσια και πολλά υποσχόμενη είναι μια νέα ήπειρος, τόσο περισσότερους από τους πιο τολμηρούς μετοίκους, των παλαιών να προσελκύει;

Εν πάση περιπτώσει ο Delbrück έστειλε τον Φάινμαν να εργαστεί με τον μεταδικτατορικό του, τότε, φοιτητή Bob Edgar. Στόχος τους ήταν να ερευνήσουν τις αντίστροφες μεταλλάξεις, όπως είπαμε. Στους βακτηριοφάγους λοιπόν είχε διαπιστωθεί ότι μερικές μεταλλάξεις καθιστούν ανίκανο τον βακτηριοφάγο να επιτεθεί στο βακτήριο. Είχε όμως παρατηρηθεί ότι μερικοί από τους βακτηριοφάγους αυτούς, για κάποιον περίεργο λόγο, υφιστάμενοι μια δεύτερη μετάλλαξη ανακτούν, αν όχι πάντα πλήρως, την ικανότητα να πλήττουν τα βακτήρια. Τέτοιες μεταλλάξεις οι οποίες επαναφέρουν ένα γονίδιο στην τροποιημένη αρχική του μορφή χαρακτηρίζονται αντίστροφες. Ο Edgar ανέθεσε στον Φάινμαν να σχεδιάσει ένα πείραμα προκειμένου να διαπιστώσει αν βρίσκονταν σε γειτονικές περιοχές με την αρχική στο DNA. Η δουλειά όμως αυτή ήταν επίπονη και απαιτούσε υπομονή. Έπρεπε να περιμένεις ακόμη και βδομάδες μέχρι να συμβεί και να παρατηρήσεις μια διπλή μετάλλαξη (την αρχική και την αντίστροφή της) με αποτέλεσμα ο Φάινμαν να βαρεθεί. Πριν περάσει το καλοκαίρι ο Φάινμαν άφησε την εργασία ημιτελή, και στράφηκε στη μελέτη των ριβοσωμάτων με τον Meselson. To αντικείμενο της εργασίας ήταν να διαπιστωθεί αν τα ριβοσώματα αποτελούν «μηχανές» που ανεξάρτητα από την προέλευσή τους – αν ήταν ζωικά, ανθρώπινα ή βακτηριακά – μπορούν να μεταφράσουν οποιασδήποτε προελεύσεως mRNA.  Πολύ συνοπτικά δηλαδή, αν δίνοντας σε ένα βακτηριακό ριβόσωμα ανθρώπινο mRNA, μπορείς να παραγάγεις ανθρώπινες πρωτεΐνες. Αυτό που σας φαίνεται τρελό σήμερα, τότε θα ήταν θεοπάλαβο. Ελάτε όμως που χάρη στη σύγχρονη βιοτεχνολογία αυτό ακριβώς κάνουμε. Βάζουμε τα βακτήρια να παράγουν ινσουλίνη και ένα σωρό άλλες φαρμακευτικές πρωτεΐνες. Και οι δυο επιστήμονες έφτασαν πολύ κοντά στο να αποδείξουν ότι στην παραγωγή των πρωτεινών, δεν έχει σημασία η … μεταφραστική μηχανή (ριβόσωμα βακτηρίων ή ριβόσωμα ανθρώπου,αλλά το μήνυμα που τους παρέχεις, δηλαδή το RNA. Δυστυχώς όμως απέτυχαν. Αιτία; η απειρία του Φάινμαν να χρησιμοποιήσει επιμολυσμένα ριβοσώματα από άλλες καλλιέργειες οδήγησε το πείραμα σε αποτυχία.

Δεν συνέβη το ίδιο ακριβώς με το μισοτελειωμένο πείραμα με τους φάγους. Για να μη κουράσω τους μη βιολόγους αναγνώστες με τεχνικές λεπτομέρειες, θα καταφύγω σε ένα ανάλογο του πειράματος, που όπως ΄όλα του είδους θα είναι απλουστευτικό και θα φλερτάρει με το λάθος.

Ας πούμε λοιπόν ότι έχουμε μια γλώσσα που αποτελείται από τα γράμματα α, ν, ε, ο. Τότε, η ακόλουθη πρόταση – αν και ελλειπτική – βγάζει ένα κάποιο νόημα: εανενανεο. Ας πούμε ότι η πρόταση αυτή είναι το αρχικό γονίδιο.

Αν το 4ο γράμμα αφαιρείτο, τότε η πρόταση γίνεται: εαννανεο τότε η πρόταση καταρρέει. Αυτό είναι μια μετάλλαξη.

Αν όμως στη μετάλλαξη αυτή συμβεί μια δεύτερη, προστεθεί π.χ. ανάμεσα ως τρίτο και το τέταρτο γράμμα το γράμμα α, δηλαδή συμβεί ακόμη μια μετάλλαξη, τότε η πρόταση γίνεται: εανανανεο κάτι που αποκαθιστά – έστω εν μέρει – το νόημα της αρχικής πρότασης. Αυτό είναι μια αντίστροφη μετάλλαξη.

Σιγά τ’ αυγά θα πείτε, και δεν θα ΄έχετε άδικο. Δεν μας έμαθες κάτι που δεν γνωρίζαμε. Προσοχή όμως! Εσείς είστε γνώστες της Ελληνικής και μπορείτε να κατανοήσετε το νόημα της κανονικής πρότασης, κι ας είναι τα γράμματα της κολλημένα σαν τα βαγόνια ενός συρμού. Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε ενώ ήταν γνωστό το γενετικό αλφάβητο (A, G, C, T) δεν ήταν ακόμα επαρκώς γνωστή η γραμμικότητα της ανάγνωσής του και επίσης δεν ήταν γνωστό το βήμα με το οποίο διαβάζεται. Σήμερα – μετά την αποκρυπτογράφηση του γενετικού κώδικα, γνωρίζουμε ότι το γενετικό μήνυμα διαβάζεται κατά μη επικαλυπτόμενες τριάδες. Ότι π.χ. το μήνυμα: ATGCACTACGAT διαβάζεται ως: ATG|CAC|TAC|GAT, πράγμα που τότε δεν γνώριζαν. Θα μπορούσαν λοιπόν οι δυο επιστήμονες να υποψιαστούν από το αποτέλεσμα του πειράματός τους, ότι ο κώδικας με τον οποίο διαβάζεται, είναι κώδικας των τριών γραμμάτων. Φτάσαν πολύ κοντά, αλλά καθώς τα μονοπάτια που ακολουθεί η επιστημονική σκέψη είναι ανεξιχνίαστα ή και τυχαία, δεν το είδαν.

Όσον αφορά τον Φάινμαν μπορούμε να εικάσουμε ότι αυτό που του έλειπε και πολύ θαύμαζε στους βιολόγους ήταν η σιωπηρή, ή άρρητη γνώση τους. Η «αλγοριθμική επίλυση» των προβλημάτων στην οποία ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένος στη Φυσική, δεν δούλευε πάντα στη Βιολογία. Σε αυτήν καμιά φορά περισσότερο μετρά η «αίσθηση» του πειράματος, η δεξιότητα να μυρίζεσαι μια καλή από μια λιγότερο καλή τεχνική και φυσικά η εξοικείωση με το υλικό.

Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν, εκτός από το βιβλίο της Τροχαλίας ήταν οι:

https://arxiv.org/pdf/1805.03854

https://www.scientificamerican.com/blog/oscillator/feynman-on-biology

Η φωτογραφία είναι προϊόν Α.Ι.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Κάτοπτρο