Το 1764 ο χαράκτης και εκδότης Adam Wolfgang Winterschmidt εξέδωσε στη Νυρεμβέργη το τρίτομο έργο: Mikroskopische Gemüths – und Augen-Ergötzung (Μικροσκοπικές απολαύσεις του ματιού και του μυαλού), στο οποίο ο Γερμανός – βοτανικός και εικονογράφος – συγγραφέας του, Martin Frobenius Ledermüller (1719–1769) παρέθεσε μια εκπληκτική σειρά εικόνων, προϊόν της μελέτης που είχε κάνει με το οπτικό μικροσκόπιό του.
Το έργο που αποτελείται από 150 λιθογραφίες μονοκύτταρων οργανισμών, τμημάτων εντόμων, φυτών κρυστάλλους κ.ά., όπως δηλώνει και ο τίτλος του δεν είχε αποκλειστικώς επιστημονική στόχευση. Ο δρόμος προς τον μικρόκοσμο που είχε ανοίξει ο Λέβενχουκ τον 17ο αιώνα έχει διευρυνθεί σε μια λεωφόρο που δεν τη διασχίζουν μόνον οι κατ’ επάγγελμα μελετητές του εμβίου κόσμου. Ενδιαφέρει όλο και περισσότερους ανθρώπους της εύπορης και μορφωμένης αριστοκρατίας της εποχής του Διαφωτισμού για τους οποίους η παρατήρηση των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων, εκτός από μια πηγή γνώσης έχει γίνει και μια πηγή απόλαυσης. Ο Ledermüller λοιπόν με το έργο του δεν επεχείρησε μόνον να αναπαραστήσει αυθεντικά τον έμβιο κόσμο. Επεχείρησε επίσης να προκαλε΄σει τον θαυμασμό για τα αντικείμενα που περνούσαν κάτω από το φακό του μικροσκοπίου του, ώστε να προσφέρει στον αναγνώστη μιαν αισθητική εμπειρία. Μάλιστα διάνθισε το έργο με ακριβείς αλλά ταυτοχρόνως ευφάνταστες περιγραφές των μικροσκοπικών δομών που παρατηρούσε οι οποίες κυριολεκτικά ακτινοβολούν τον θαυμασμό και τη χαρά του για το ότι τις ανεκάλυψε.
Όταν, επί παραδείγματι, περιγράφει την προνύμφη ενός υδρόβιου οργανισμού, επιλέγει να της δώσει την επιστημονική ονομασία: Αρλεκίνος – εμπνεόμενος από τον ήρωα της ιταλικής commedia dell’arte – διότι όπως γράφει:

Ανάμεσα στα έντομα του βάλτου, υπάρχει ένα πλάσμα, που μοιάζει από πολλές απόψεις με την γκροτέσκα φιγούρα ενός Αρλεκίνου. Το μαύρο κεφάλι του, το πολύχρωμο σώμα του, τα άλματα, οι αναπηδήσεις και τα γελοία κόλπα του, έχουν πολλά κοινά με αυτά αυτού του γελωτοποιού του ιταλικού θεάτρου. Μερικές φορές στέκεται στο κεφάλι του, ή μάλλον σε αυτήν την κόκκινη γλώσσα ή βαλβίδα, που βλέπει κανείς να εμφανίζεται από κάτω. Μερικές φορές ισορροπεί τέλεια στην oυρά του η οποία καταλήγει σε δύο μεγάλα πτερύγια. Άλλες, ενώ κινείται ήρεμα, ξαφνικά μαζεύεται και εκτινάσσεται, με την κίνηση ενός φιδιού… Όλα αυτά με οδήγησαν να το συγκρίνω με έναν Αρλεκίνο και να του δώσω το όνομά του.
Την εποχή της πρώτης κυκλοφορίας του, συνηθιζόταν η διασκέδαση στα κοσμικά σαλόνια να περιλαμβάνει και την προβολή παρασκευασμάτων, που μεγεθύνονταν χάρη σε μια τεχνική που επέτρεπε τη μετατροπή της επιστημονικής παρατήρησης, από μια κατά μόνας και αυστηρή διαδικασία σε ένα κοινωνικό και ψυχαγωγικό event. Η τεχνική αυτή – την οποία ο Ledermüller χρησιμοποιούσε και για την παραγωγή των εικόνων του- συνίστατο στη χρήση ενός ηλιακού μικροσκοπίου το οποίο τοποθετούσε μπροστά από το μισοανοιγμένο παντζούρι ενός σκοτεινού δωματίου. Το φως που συνέλεγε το κάτοπτρο του μικροσκοπίου περνούσε μέσα από δυο λεπτές παράλληλες γυάλινες πλάκες στις οποίες είχε τοποθετηθεί το δείγμα και από εκεί κατευθυνόταν στον φακό του μικροσκοπίου, ώστε να σχηματιστεί μια εικόνα που δεν προβαλλόταν σε έναν προσοφθάλμιο φακό, αλλά στον απέναντι τοίχο του σκοτεινού δωματίου. Με την τεχνική αυτή – ουσιαστικά μια τεχνική σκοτεινού θαλάμου – οι εικόνες προβάλλονταν μεγεθυμένες, ώστε ο εικονογράφος να μπορεί να ιχνηθετεί με ακρίβεια και ευκολία τις γραμμές τους.
Αν και η κύρια συνεισφορά του Ledermüller εστιάστηκε σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα επικοινωνία της επιστήμης άφησε πίσω του και επιστημονικό έργο. Ως επιμελητής της συλλογής φυσικής ιστορίας του Μαργραβάτου (πριγκηπάτου) του Βρανδεμβούργου είχε ευρεία πρόσβαση σε υλικό και πόρους για τις μελέτες του που του επέτρεψε να διαμορφώσει – αν και η αρχική του εκπαίδευση και σταδιοδρομία ήταν νομική – μια συνολική εικόνα και γνώση του εμβίου κόσμου. Καρπός τους ήταν η αντίθεσή του στη θεωρία της αυτόματης γένεσης και η πατρότητα του όρου: Infusoria, δηλαδή: Εγχυματικά που περιελάμβαναν συλλήβδην τους μικροσκοπικούς υδρόβιους οργανισμούς , όπως τα βλεφαριδοφόρα, τα κωπήποδα, τα διάτομα κ.ά. τα οποία μπορούσαν να παρατηρηθούν σε εγχύματα (infusoria) – δηλαδή υδατικά παρασκευάσματα που λαμβάνονταν με έγχυση νερού σε φυτικούς κ.ά. ιστούς.
Ο αναγνώστης που επιθυμεί να δει ολόκληρη την έκδοση της ιστορικής αυτής εικονογράφησης μπορεί να το επιχειρήσει από τον ακόλουθο σύνδεσμο, της Wellcomecollections



