Από την ετυμολογία – μέσω βιολογίας – στον Micky Mouse

Είμαι από παλιά της γνώμης, ότι όταν ένας βιολογικός όρος της Αγγλικής δεν μεταφράζεται ικανοποιητικώς στην Ελληνική καλό είναι να μένει αμετάφραστος. Έτσι κι αλλιώς, όσοι ασχολούνται με τη βιολογία θα καταλάβουν τι σημαίνει, χώρια του ότι θα περιοριστεί το ενδεχόμενο των αδόκιμων, και κάποτε αστείων μεταφράσεων (θυμάμαι το feedback inhibition, στη δράση των ενζύμων, που είχε μεταφραστεί ως: οπισθοτροφοδοτική αναστολή και βεβαίως, τον … ηθικά διαβλητό «προαγωγέα» με τον οποίο μεταφράζεται η μικρή αλληλουχία (promotor) που ρυθμίζει τη δράση ενός γονιδίου.

Βεβαίως από τον κανόνα αυτόν θα πρέπει να εξαιρούνται όροι εντελώς ελληνογενείς, όπως π.χ. αυτός που συνάντησα σήμερα, για να με γυρίσει πίσω στα φοιτητικά μου χρόνια. Πρόκειται για τον όρο: neoteny, που αφορά σε ένα ενδιαφέρον βιολογικό φαινόμενο, το οποίο εικάζεται ότι εξηγεί και μερικά μορφολογικά, αλλά και συμπεριφορολογικά χαρακτηριστικά του είδους μας. Εν περιλήψει – και με την κατά το δυνατόν αποφυγή δυσνόητων τεχνικών λεπτομερειών – είναι η τάση προς διατήρηση στα ενήλικα άτομα ενός ζωικού είδους, νεανικών, προνυμφικών – κάποτε και εμβρυικών – χαρακτηριστικών τα οποία σε άλλα άτομα ή είδη του ίδιου Φύλου, εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Ένα γνωστό παράδειγμα αυτού του φαινομένου προσφέρει το Αξολότλ ένα είδος σαλαμάνδρας του Μεξικού, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλής στα καταστήματα πώλησης ζώων συντροφιάς. (Έτσι για να μη μας αφήνει ποτέ ήσυχους, το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα σε έναν ελληνικό όρο «σιδηρόδρομο», και στην αυτούσια αγγλική – petshop – εκδοχή του … ).

Το πολύ συμπαθητικό, αλλά και απειλούμενο με εξαφάνιση, αυτό ζωάκι που δεν ξεκολλά από το στάδιο της προνύμφης και δεν μεταμορφώνεται ποτέ σε μιαν ενήλικη χερσαία μορφή του (διατηρεί τα εξωτερικά βράγχιά του, και φέρει ραχιαίο πτερύγιο) ζει περίπου 20 χρόνια, και κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής ζωής του, που τη διάγει ως ένα … υπερμέγεθες μωρό (μπορεί να ξεπεράσει τα 25 cm σε μήκος) – αψηφά κυριολεκτικώς τη γήρανση, αφού δεν βιώνει σημαντικές σωματικές αλλοιώσεις και νοσήματα, ενώ είναι προικισμένο με την ικανότητα να αναγεννά τα άκρα του και την ουρά του.

Αυτά λοιπόν τα εκκεντρικά χαρακτηριστικά του έχουν εξάψει το ενδιαφέρον μας, τόσο για ακαδημαϊκούς – ας πούμε – λόγους, όσο και για εντελώς χρησιμοθηρικούς. Ας ξεκινήσουμε από τους πρώτους: Όταν προσπαθούμε να ανασυστήσουμε τα εξελικτικά μονοπάτια που οδήγησαν στη δημιουργία ενός είδους, το σύνηθες είναι να αναζητούμε στο «αρχείο των απολιθωμάτων» μια ενήλικη προγονική μορφή. Ωστόσο στο γένος στο οποίο ανήκει το Αξολότλ (Ambystoma) – όπως και σε άλλες ομάδες ζώων – αυτό ανατρέπεται. Αποκτώντας οι προνυμφικές μορφές τους αναπαραγωγική ωριμότητα, μπορούν να αποτελέσουν τον κόμβο από τον οποίο θα ξεκινήσουν δύο ή περισσότερες νέες εξελικτικές γραμμές… Και πάμε στο χρησιμοθηρικό ενδιαφέρον μας. Σε μια αρκετά πρόσφατη μελέτη (2024) αποκαλύφθηκε ένας λόγος για τον οποίο το Αξολότλ, αψηφά τη γήρανση. Στην ηλικία λοιπόν των 4 ετών, σταματά να χτυπά ένα ρολόι που αποτελεί έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς γήρανσης. Θα το ονομάσω επιγενετικό ρολόι και θα περιοριστώ να πω τα απολύτως αναγκαία για να μην κουράσω, τον μη βιολόγο αναγνώστη. Ό,τι είμαστε και ό,τι κάνουμε, εν πολλοίς – αλλά όχι απολύτως, ούτε αιτιοκρατικά – ελέγχεται από το γενετικό μας υλικό. Αυτό όμως το γενετικό υλικό δεν αποτελεί μια παρτιτούρα που πάντα εκτελείται με τον ίδιο απαρέγκλιτο τρόπο. Η εκτέλεση της μπορεί να ποικίλει εξαιτίας της δράσης διαφόρων μηχανισμών με τους οποίους το περιβάλλον (εσωτερικό ή εξωτερικό) την επηρεάζει, χωρίς όμως να μεταβάλλει, ούτε μια «νότα» της. Αυτοί οι μηχανισμοί ονομάζονται επιγενετικοί. Ένα καλό παράδειγμα είναι μερικές ασθένειες με ισχυρή γενετική βάση, όπως π.χ. η σχιζοφρένεια, που μπορούν να εκδηλώνονται στον έναν από δυο ομοζυγωτικούς διδύμους και όχι στον άλλο, μολονότι φέρουν πανομοιότυπο γονιδίωμα.

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε το επιγενετικό «τικ-τακ», αρχίζει να κτυπά και να αποτυπώνει διάφορα γεγονότα της ζωής μας, όπως το στρες, η ποιότητα της διατροφής μας, τα νοσήματα από τα οποία αρρωστήσαμε και άλλα. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα άτομο μπορεί – λόγω των δυσμενών επιδράσεων που συσσωρεύτηκαν στην προγενέστερη ζωή του – να έχει μια μεγαλύτερη επιγενετική ηλικία σε σχέση με τη χρονολογική του. Αν λοιπόν κατανοήσουμε πώς στο Αξολότλ σταματά να κτυπά το επιγενετικό ρολόι, τότε ίσως βρούμε και έναν αποτελεσματικό τρόπο για την επιβράδυνση της γήρανσης στον άνθρωπο.

Επειδή όμως παρασύρθηκα από τη βιολογική παρέκβασή μου, επιστρέφω στην ετυμολογία. Η πατρότητα λοιπόν του όρου neoteny ανήκει στον Γερμανό ζωολόγο Julius Kollmann, ο οποίος θέλοντας το 1885 να αποδώσει τη «διατήρηση της νεότητας» που είχε παρατηρήσει στο Αξολότλ, έπλασε τον όρο, χρησιμοποιώντας δυο λέξεις της Ελληνικής: Το επίθετο: νέος και το ρήμα: τείνω. Μήπως λοιπόν η μετάφραση του όρου ως νεοτενία – και ακόμη χειρότερα, ως νεοταινία – που συναντάται σε πανεπιστημιακά εγχειρίδια και εγκυκλοπαίδειες, είναι λανθασμένη;* Ρωτώ, διότι μου φαίνεται ορθότερη η εκδοχή: νεοτεινία καθώς αποδίδει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα και γλωσσική καλαισθησία, την τάση για διατήρηση προνυμφικών χαρακτηριστικών κατά την ανάπτυξη ενός οργανισμού.

Και για να επιβραβεύσω τον μη βιολόγο αναγνώστη, που άντεξε να φτάσει ως τη γραμμή αυτή, θα στραφώ σε κάτι ελαφρότερο.

Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς το άσχημο ποντίκι που εμπνεύστηκε ο Γουώλτ Ντίσνεϊ την δεκαετία του 30 κατόρθωσε να αναδειχθεί ανάμεσα στις συμπαθέστερες φιγούρες που γέννησε το πενάκι των σκιτσογράφων; Η απάντηση είναι ενδιαφέρουσα καθώς δεν κρύβεται στη μαγική συνταγή που συνέλαβε με μιας, η δημιουργική ομάδα της εταιρίας του Ντίσνεϊ, αλλά σε μια σταδιακή πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι σχεδιαστές αξιοποίησαν – προφανώς ασυνείδητα – τρεις βιολογικές διαδικασίες: Τη νεοτεινία που εξετάσαμε προηγουμένως, ένα φαινόμενο της ηθολογίας – το οποίο εμπνευστής του, ο νομπελίστας Αυστριακός ηθολόγος Konrand Lorenz, ονόμασε: Kindchenschema (παιδικό σχήμα) και ως υπόστρωμα και των δυο, την ίδια την Εξέλιξη.

Πράγματι βλέποντας την αλληλουχία των μεταμορφώσεων υπέστη ο Μόρτυ (το πρωταρχικού σκίτσου που δημιούργησε ο Ντίσνεϊ), ώστε να αποκτήσει τη σύγχρονη μορφή της φιγούρας του κόμικ, θα διαπιστώσετε ότι η ο Μίκυ, καθώς μεγάλωνε – πλησιάζει άλλωστε τα 100 χρόνια – αποκτούσε όλο και πιο νεανικά χαρακτηριστικά: Τα παντελόνι του, κατεβαίνει περισσότερο στη μέση του και γίνεται φαρδύτερο· έτσι τα αρχικώς, λεπτά και μακριά πόδια του, φαίνονται κοντύτερα και παχύτερα. Τα χέρια του γίνονται βαθμιαία όλο και πιο κοντά, όλο και πιο παχουλά. Αλλά και το πρόσωπό του, δεν μένει ανεπηρέαστο. Το μουσούδι του, παραμένει το ίδιο μακρύ, παχαίνει όμως, ώστε να αμβλύνεται η εντύπωση του μήκους του. Τα αυτιά του μετατοπίζονται από την κορυφή του κεφαλιού του, προς τα πλάγια, ώστε το πρόσωπο του να αποκτήσει περισσότερο στρογγυλή, παρά επιμήκη μορφή. Τα μάτια του μεγαλώνουν, όπως επίσης και το κεφάλι του.

Με λίγα λόγια αποκτά μια ολοένα παιδικότερη μορφή που αποτελεί μια πιστή εφαρμογή της νεοτεινίας σε γραφιστικό επίπεδο. Αν αναρωτιέστε για το τι ώθησε τον Ντίσνεϊ να αλλάξει τη μορφή του ήρωά του, η απάντηση είναι μονολεκτική: Η αγορά! Πράγματι δοκιμάζοντας ο Ντίσνεϊ διάφορα πρότυπα για τη φιγούρα του, βρήκε εκείνη που η «φυσική επιλογή» του γούστου των αναγνωστών, ανέδειξε ως επικρατέστερη όλων των υπολοίπων. Κι αν έχετε την περιέργεια να μάθετε – πράγμα που θα με ενθουσίαζε – γιατί οι αναγνώστες αγάπησαν τόσο πολύ τον παιδόμορφο Μίκυ, σε σχέση με όλες τις άλλες φιγούρες των σύγχρονων κόμικ, πάλι την απάντηση θα σας τη δώσει η Βιολογία.

Conrad Lorenz

Ο Konrand Lorenz το 1943 υποστήριξε, διατυπώνοντας την αρχή του Kindchenschema, ότι τα παιδόμορφα χαρακτηριστικά προκαλούν τη συμπάθεια των ενηλίκων για τα παιδιά, και συνεπώς τη στοργή και τη φροντίδα για την προστασία τους, η οποία – εν είδει εξελικτικής προσαρμογής, συμβάλλει στη διαιώνιση του είδους. Καθόρισε μάλιστα, επακριβώς τα χαρακτηριστικά που πυροδοτούν τη συμπάθεια, ως εξής:

  • Μεγάλο κεφάλι, συγκριτικά με το υπόλοιπο σώμα
  • Παχουλά μάγουλα
  • Προεξέχον και μεγάλο μέτωπο, συγκριτικά με τα υπόλοιπα οστά του προσώπου
  • Μεγάλα μάτια και αυτιά
  • Μικρή μύτη
  • Αποστρογγυλεμένο σώμα
  • Κοντά και παχιά άκρα.

Όσοι εκ των αναγνωστών δυσπιστούν για το ότι ο Μίκυ … εξελίχθηκε αποκτώντας σταδιακά τα χαρακτηριστικά που προκαλούν συμπάθεια, ας έχουν υπόψη τους ότι όσα διάβασαν δεν αποτελούν αποκυήματα της δικής μου φαντασίας. Τα είχε γράψει ένας σημαντικός εξελικτικός βιολόγος, ο Stephen Jay Gould σε ένα άρθρο του με τίτλο: A Biological Homage to Mickey Mouse το οποίο δημοσιεύθηκε το 1979. Δυστυχώς η μέχρι πρότινος ελεύθερη πρόσβαση στο ενδιαφέρον αυτό άρθρο δεν είναι πλέον δυνατή.

*Μετά από ευγενική παρέμβαση της εξαιρετικής φιλολόγου και φίλης κ.Μαρίας Κουρνιανού, έμαθα ότι «Ο δάνειος όρος στα Νέα Ελληνικά θα μπορούσε να παραμείνει “νεοτενία”, ως αντιδάνειο, ηχητικά αυτούσιο (και όχι υπακούοντας σε κανόνες παραγωγής), ή να αποδοθεί ως “νεόταση”, για να δείχνει – το παράγωγο ουσιαστικό από ρήμα – το αποτέλεσμα τής ενέργειας ή μια κατάσταση, σύμφωνα με τους κανόνες παραγωγής».