Την 11η Μαρτίου του 1818 δημοσιεύθηκε, το κατά πολλούς πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που γράφτηκε ποτέ. Συγγραφέας του ήταν η 20ετής, τότε, Mary Wollstonecraft Godwin*, η οποία είχε ξεκινήσει να το γράφει δυο χρόνια πριν, όταν βρισκόταν με τον εραστή της, και μετέπειτα σύζυγό της, ποιητή Percy Shelley στη Λίμνη της Γενεύης. Σκοπός του ταξιδιού του ζευγαριού ήταν να επισκεφτούν τον φίλο τους Λόρδο Βύρωνα που βρισκόταν εκεί.
Ένα λοιπόν βροχερό βράδυ που η παρέα καθόταν γύρω από το τζάκι, ο Λόρδος Βύρωνας έριξε την ιδέα να γράψει ο καθένας τους μια ιστορία τρόμου. Κανείς από τους δυο άνδρες δεν ολοκλήρωσε την προσπάθεια του, σε αντίθεση με τη Mary η οποία εμπνεόμενη από τον γαλβανισμό – τα περίφημα δηλαδή πειράματα διαβίβασης ηλεκτρικού ρεύματος στους μυς νεκρών βατράχων του Luigi Galvani, που είχαν εξάψει τη φαντασία του κοινού και των επιστημόνων για την εμφύσηση ζωής – ολοκλήρωσε ένα μυθιστόρημα που του έδωσε τον τίτλο: Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας.
Στην ιστορία της Mary, ο Βίκτωρ Φρανκενστάιν, ένας νεαρός επιστήμονας κατορθώνει να συναρμολογήσει – χρησιμοποιώντας ανθρώπινα μέλη που είχε κλέψει από νεκροταφεία- ένα ον, και να του εμφυσήσει ζωή. Η φρικαλεότητα του πλάσματος, τρομοκρατεί τον ίδιο τον δημιουργό του ώστε να το εγκαταλείψει. Η απόρριψη από τον δημιουργό του και η απομόνωσή του, δεν αργούν να μετατρέψουν το άκακο αρχικά ον σε μια δύναμη του κακού που στρέφει την εκδικητικότητά της κατά του ίδιου του δημιουργού του.
Το μυθιστόρημα, που μετά τη δημοσίευσή του, απετέλεσε πρότυπο για τις ιστορίες τρόμου και ενέπνευσε πλειστάκις το Χόλλυγουντ – αν και ουσιαστικά απλό, είναι έμφορτο από ιδέες για τον ρόλο του επιστήμονα και τα όρια της επιστήμης, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιβιώνουν ως σήμερα. Η ιδέα του επιστήμονα, ο οποίος απομονωμένος από τον κόσμο, κυοφορεί δαιμονικά επιτεύγματα, και η ιδέα της επιστημονικής έρευνας, που αν μείνει ανεξέλεγκτη, μπορεί να παραγάγει προϊόντα επικίνδυνα για τον άνθρωπο, είναι διάχυτες στη λαϊκή φαντασία, αλλά την ευθύνη της δημιουργίας τους, περισσότερο έχουν οι μεταφορές του μυθιστορήματος στον κινηματογράφο, παρά το ίδιο το μυθιστόρημα.
Όμως το ίδιο το μυθιστόρημα αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα πολλά παραδείγματα αναλογιών και μεταφορών – κυρίως από τον χώρο των Φυσικών Επιστημών και ειδικά της Φυσικής – οι οποίες λειτούργησαν ως ερμηνευτικά μοντέλα για την κατανόηση του φαινομένου της ζωής.
Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση με κύριο εκφραστή τον Καρτέσιο προσέλαβε τα έμβια όντα ως μηχανές και αξιοποίησε τα μηχανικά ρολόγια, τις αντλίες και τα υδραυλικά συστήματα ως πηγές έμπνευσης των οποίων η αρχή λειτουργίας μεταφέρθηκε αυτούσια στον έμβιο κόσμο. Αργότερα, τον 18ο αιώνα, λόγω των εργασιών του Luigi Galvani, για τον «ζωικό ηλεκτρισμό» και του Alessandro Volta, ο οποίος απέδειξε ότι το ηλεκτρικό ρεύμα μπορεί να παραχθεί χημικά, στο προσκήνιο ήρθε η ερμηνεία της ζωής ως ηλεκτρικού φαινομένου. Και τον επόμενο αιώνα, η διατύπωση των θερμοδυναμικών αξιωμάτων ώθησε στην προσέγγιση των εμβίων όντων και του κυττάρου ως θερμικών μηχανών.
Έτσι λοιπόν φτάνουμε στα μέσα του 20ου αιώνα στην οποία συνέπεσε η ανάπτυξη της Κυβερνητικής και της Θεωρίας των πληροφοριών (από τον Norbert Wiener, και τον Claude Shannon αντίστοιχα) με την κατασκευή των πρώτων υπολογιστών και την επαναστατική ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας του DNA, από τους Watson και Crick. Τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν ώστε να εισαχθεί μια η «πληροφοριακή» μεταφορά που αντιμετωπίζει πλέον τη ζωή ως κώδικα και λογισμικό.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσφυγή σε αυτά τα δυο εννοιολογικά μοντέλα αποδείχτηκε επωφελής για τη Βιολογία, ειδικά κατά τον 18ο και 19ο αιώνα που ήταν αδρανής, συγκρινόμενη με τη Φυσική και τη Χημεία. Στον τομέα της επιστημονικής γνώσης λειτούργησαν ως ερμηνευτικά εργαλεία που συνέβαλαν στην απομάγευση της Βιολογίας από τον Βιταλισμό και συνέβαλαν στην ανάπτυξη σύγχρονων κλάδων, όπως η Φυσιολογία, ενώ στον τομέα της διδασκαλίας της, βοήθησαν ώστε να γίνει κατανοητό και συγκεκριμένο το άγνωστο και αφηρημένο. Ταυτόχρονα όμως επέβαλαν έναν άκαμπτο και απλουστευτικό ντετερμινισμό ο οποίος αντιμετωπίζοντας τα έμβια όντα ως μηχανές παραγνώρισε την πολυπλοκότητά τους και ιδιαίτερα τις εγγενείς ιδιότητές τους, όπως η ικανότητα της εξέλιξης, της αυτοαντιγραφής, της αύξησης και της διαφοροποίησης, της αυτορρύθμισης, της απόκρισης σε ερεθίσματα, και αργότερα – με την έλευση της Γενετικής – το δισυπόστατο της υπόστασής τους, που εκδηλώνεται στο επίπεδο του γενοτύπου και του φαινοτύπου.
Αυτοί λοιπόν οι Ιανοί έδειξαν το διπλό πρόσωπό τους και στην περίπτωση της σύγχρονης εφαρμογής τους, δηλαδή της πρόσληψης των εμβίων όντων, ως πληροφοριακών συστημάτων. Αποδείχτηκε ιδιαιτέρως γόνιμη, καθώς συνέβαλε – με τις έννοιες τις οποίες προσέφερε, όπως: Γενετικός κώδικας, μεταγραφή, μετάφραση, σήματα κυτταρικής επικοινωνίας, βρόχοι ανάδρασης – στην ανάπτυξη της Μοριακής Βιολογίας, της Βιοτεχνολογίας και της Βιοπληροφορικής. Ταυτόχρονα ΄όμως εισήγαγε μια νέα μορφή ντετερμινισμού στον οποίο το DNA, το software, καθορίζει ευθέως τη δομή και τη λειτουργία του hardware, ΄όπως προσλαμβάνεται το σώμα του οργανισμού. Καλύτερη απόδειξη για την πλάνη αυτή, δεν υπάρχει από τη διάψευση των υπέρμετρων προσδοκιών που καλλιέργησε η γνωστοποίηση της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος. Πολύ απλά, η ίδια η μεταφορά της πρόσληψης των οργανισμών, ως πληροφοριακών συστημάτων, αλλά και το πιο διάσημο από τα παιδιά της (η αλληλουχοποίηση του γονιδιω΄ματος) αγνόησαν ότι η γενετική πληροφορία δεν εκφράζεται απαρέγκλιτα και στερεοτυπικά, αλλά ως αποτέλεσμα πολύπλοκων ρυθμιστικών μηχανισμών που περιλαμβάνουν τις αλληλεπιδράσεις με το πρωτεϊνικό περιβάλλον, τις αλληλεπιδράσεις με άλλα γονίδια και αλληλουχίες του DNA, και φυσικά, τους επιγενετικούς μηχανισμούς, οι οποίοι αν και δεν τροποποιούν τη γενετική πληροφορία, μεταβάλλουν την έκφρασή της.
* H Shelley, όπως και ο σύζυγός της Percy υποστήριξαν με πάθος τον αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία και κατήγγειλαν τις σφαγές των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης από το οθωμανικό καθεστώς το 1821. Η φιλελληνική στάση της – που επηρέασε και τον Λόρδο Βύρωνα – ήταν αποτέλεσμα της επίδρασης που της άσκησε ο «τουρμπανοφόρος», όπως αποκαλούσαν τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο – ο οποίος στο διάστημα που ζούσαν και οι δυο τους στην Πίζα, της δίδαξε Ελληνικά. Εικάζεται – με βάση το περιεχόμενο των επιστολών που αντάλλαξαν μεταξύ τους – ότι τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τη Shelley τους συνέδεσε ίσως, κάτι περισσότερο, από μια θερμή φιλία.

