Ένα παλαιό, αλλά αξεπέραστο βιβλίο για την ιστορία της Βιολογίας

Ένα από τα καλύτερα βιβλία εκλαΐκευσης της επιστήμης, το οποίο θεωρείται από πολλούς κορυφαίο, είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε τη δεκαετία του 1920 και έφερε τον τίτλο: Κυνηγοί Μικροβίων. Το βιβλίο, του οποίου συγγραφέας ήταν ο Paul de Kruif, περιγράφει την εποποιία της μικροβιολογίας από τον Λέβενχουκ, τον Σπαλαντσάνι, ως τους Παστέρ, Κωχ, Μετσνίκοφ κ.ά. Ο Paul de Kruif (1890–1971) ήταν μικροβιολόγος και στρατιωτικός γιατρός που αφιέρωσε τη ζωή του προσπαθώντας να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία – ειδικά κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, που έπληττε τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις – καθώς και στην ιατρική έρευνα και πρακτική.

Η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα δεν το κατέστησε απλώς ένα μπεστ-σέλλερ, που μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, αλλά πηγή έμπνευσης πολλών επιστημόνων. Νεαροί αναγνώστες του ήταν οι κατοπινοί νομπελίστες Tζέιμς Γουότσον και Τζόσουα Λέντερμπεργκ – ανεκάλυψε το φαινόμενο της βακτηριακής σύζευξης και ο Τζόνας Σαλκ– επενόησε ένα από τα πρώτα εμβόλια κατά της πολυομυελίτιδας, που ωθήθηκαν να στραφούν προς τις βιολογικές επιστήμες, αλλά και ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, που αν και φυσικός, διατηρούσε ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη μελέτη της έμβιας ύλης.

Παρόλο που έχει περάσει ένας περίπου αιώνας από την έκδοσή του, το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και μόνο παλιομοδίτικο δεν μπορεί να το πει κανείς.

Το διεπίστωσα από ένα αντίτυπο που ήρθε στα χέρια μου, το οποίο είχε εκτυπωθεί τον Μάιο του 1945 στα τυπογραφεία του Πυρσού, για λογαριασμό των εκδόσεων των «Φίλων του βιβλίου». Ατυχώς αναφέρονται μόνον τα αρχικά των ονομάτων των – πολύ καλών – μεταφραστών: Γ.Ν.Μ και Ι.Τ. και τίποτε περισσότερο.

Για να πάρετε λοιπόν μια ιδέα για το περιεχόμενο και το ύφος του βιβλίου, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, στο οποίο περιγράφεται η δύσκολη σχέση του Ρόμπερτ Κοχ, με τον διαπρεπή ήδη, εκείνη την εποχή Ροδόλφο Βίρχοφ.

Γεμάτος τρόμο … ο Κοχ μπήκε σιγά και με σεβασμό στο γραφείο του Βίρχοφ. Ανακάλυψα έναν τρόπο να αναπτύσσω τα μικρόβια αμιγή, χωρίς να ανακατεύονται το ένα με το άλλο, κύριε καθηγητά, είπε με σεβασμό στον Βίρχοφ ο ντροπαλός Κοχ. Και πώς σας παρακαλώ μπορείτε να το πετύχετε; Μου φαίνεται αδύνατο, του απάντησε ο Βίρχοφ. Αναπτύσσοντας τα μικρόβια σε στερεή τροφή μπορώ να αποκτήσω ωραίες απομονωμένες αποικίες, από ένα είδος μικροβίων στην επιφάνεια μιας βρασμένης πατάτας… Και τώρα έχω επινοήσει έναν καλύτερο τρόπο για να το πραγματοποιήσω. Ανακατώνω ζελατίνη με βοδινό ζουμί. Η ζελατίνη πήζει, κάνει μια στερεή επιφάνεια και…

Του Βίρχοφ όμως αυτό δεν του έκανε εντύπωση. Έκανε μια κάπως ειρωνική παρατήρηση: ότι ήταν αδύνατον να εμποδιστεί το ανακάτωμα διαφορετικών ειδών μικροβίων, ώστε να έπρεπε ο Κοχ, να είχε ένα ξεχωριστό εργαστήριο για κάθε είδος μικροβίου. Με λίγα λόγια, ο Βίρχοφ υπήρξε πολύ σαρκαστικός και ψυχρός απέναντι στον Κοχ. Ο Κοχ έφυγε λίγο λυπημένος, δεν έχασε καθόλου όμως το θάρρος του. Αντί ν’ αρχίσει συζήτηση και γράφει φυλλάδια και λόγους κατά του Βίρχοφ, ρίχτηκε στο πιο ενδιαφέρον και το πιο περίφημο κυνήγι απ’ όλα. Βάλθηκε … να ανακαλύψει τον … μυστηριώδη δολοφόνο που κάθε χρόνο σκότωνε έναν άνθρωπο στους επτά… το μικρόβιο της φθίσης.

Το βιβλίο, το οποίο είναι μια συλλογή βιογραφιών των πρώτων βακτηριολόγων μάς λέει πολλά για την ιστορία της επιστήμης. Μας λέει όμως επίσης πολλά και για την ανθρώπινη διάσταση των επιστημόνων, που είτε την ξεχνούμε, είτε την υποβαθμίζουμε. Ο de Kruif, γνώριζε από τη δική του εμπειρία – καθώς η επαγγελματική, αλλά και η προσωπική ζωή του, υπήρξαν ταραχώδεις – ότι η επιστήμη είναι έργο ανθρώπων, με τις χαρές τους, τις λύπες τους, τα πάθη τους και τις μεγάλες, αλλά και τις μικρές στιγμές τους. Αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από κάθε μεγάλο επιστημονικό επίτευγμα, ο de Kruif τους αγαπούσε.

Δείτε πώς επέλεξε να κλείσει το βιβλίο του:

«Αυτή η απλή ιστορία δεν θα ήταν πλήρης αν δεν έκανα μια εξομολόγηση, και αυτή είναι η εξής: ότι αγαπώ αυτούς τους κυνηγούς μικροβίων, από τον γέρο Άντονι Λέβενχουκ μέχρι τον Πολ Έρλιχ. Όχι ιδιαίτερα για τις ανακαλύψεις που έχουν κάνει ούτε για τα οφέλη που έχουν φέρει στην ανθρωπότητα. Όχι. Τους αγαπώ για τους ανθρώπους που είναι. Λέω ότι είναι, διότι στη μνήμη μου κάθε ένας από αυτούς, σχεδόν όλοι τους, ζουν και θα εξακολουθούν να ζουν μέχρι αυτός ο εγκέφαλος να πάψει να θυμάται».