Γκουανό

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, ένα σημαντικό οικολογικό πρόβλημα που επηρέαζε όμως τη γεωργική παραγωγή ήρθε στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος των πολιτικών και των επιστημόνων του Παλαιού, αλλά και του Νέου Κόσμου. Άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι οι αιώνες συνεχούς καλλιέργειας, και η αστικοποίηση είχαν οδηγήσει στην εξάντληση των εδαφών στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, ώστε ο μαλθουσιανός φόβος – μήπως η αύξηση του πληθυσμού, υπερκεράσει την προσφορά τροφής – μετατραπεί από μια επιστημονική θεωρία, σε μια βάσιμη πρόβλεψη.

Μια λύση στο πρόβλημα διαφάνηκε, όταν ο Γερμανός χημικός Γιούστους φον Λάιμπιγκ στο έργο του: Γεωργική Χημεία* που εκδόθηκε το 1840, εξηγούσε πού οφειλόταν η εξάντληση των εδαφών, και πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί. Βεβαίως η λίπανση με κοπριά και η αμειψισπορά, ήταν γνωστές από την αρχαιότητα, και εφαρμόζονταν εκείνη την εποχή. Όμως η εφαρμογή ήταν εμπειρική και ως εκ τούτου δεν ενέπνεε την εμπιστοσύνη μιας τεκμηριωμένης λύσης το προβλήματος, όπως αυτή που μπορούσε να υποσχεθεί η επιστήμη. Αυτή την προσδοκία ικανοποίησε το βιβλίο του Λάιμπιγκ, που εξηγούσε ότι τα φυτά παίρνουν τα χρήσιμα για την ανάπτυξή τους χημικά στοιχεία (κυρίως Άζωτο, Φωσφόρο, Κάλιο) από το έδαφος, ώστε να χρειάζεται, ο καλλιεργητής, κατά τακτά χρονικά διαστήματα να τα αναπληρώνει. Και η λύση που πρότεινε ήταν η χρησιμοποίηση οργανικών λιπασμάτων, με πρώτο και κύριο του γκουανό, ένα φυσικό λίπασμα που συσσωρεύεται στις ακτές του Περού, από τα περιττώματα που άφηναν πίσω τους τα θαλασσοπούλια. Έτσι πυροδότησε την αποκαλούμενη «τρέλα του γκουανό» κατά τη διάρκεια της οποίας (από τη δεκαετία του 1840, ως τη δεκαετία του 1870) το γκουανό μετατράπηκε από ένα μη ευρέως διαδεδομένο λίπασμα, σε ένα από τα πολυτιμότερα εμπορεύματα του κόσμου.

Ο Λάιμπιγκ στον πρόλογο του βιβλίου του επεσήμανε με τα ακόλουθα λόγια, αυτό που θα επακολουθούσε, αν οι εντατικές μέθοδοι καλλιέργειας δεν συνοδεύονταν από την αναπλήρωση των θρεπτικών συστατικών που αφαιρούσαν από το έδαφος:

Ο Λάιμπιγκ στο βιβλίο του διετύπωνε έναν πολύ ενδιαφέροντα νόμο με ευρύτατη εφαρμογή, πέραν της γεωπονίας και στη διοίκηση επιχειρήσεων και στην πληροφορική. Όπως σε ένα βαρέλι η μέγιστη χωρητικότητα καθορίζεται από τη χαμηλότερη σανίδα, έτσι και σε έναν αγρό η απόδοση δεν καθορίζεται από το σύνολο των απαραίτητων χημικών στοιχείων, αλλά από αυτό που βρίσκεται στη μικρότερη αναλογία.

Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ο Λάιμπιγκ ήταν απλώς ο άνθρωπος ο οποίος πυροδότησε το ενδιαφέρον για το γκουανό. Το γκουανό το γνώριζαν οι Ίνκας, που ήλεγχαν τον ρυθμό εξόρυξής του, όριζαν τα μερίδιά του στις επαρχίες της αυτοκρατορίας τους, και τιμωρούσαν με θάνατο, όποιον αποβιβαζόταν στις νήσους Τσίντσα – στα οποία εντοπίζονταν τα κύρια κοιτάσματά του – κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής των πουλιών, ώστε να τα παρενοχλεί. Δεν ήταν όμως και ο άνθρωπος που το έφερε στην Ευρώπη. Αυτό συνέβη, στο γύρισμα του 18ου στον 19ο αιώνα, όταν ο Αλεξάντερ φον Χούμπολτ **- μια εξέχουσα μορφή στους τομείς της Γεωγραφίας και της Βιογεωγραφίας, βρέθηκε σε μια από τις εξερευνητικές αποστολές του στο Περού. Καθώς περιπλανιόταν στο λιμάνι του Καγιάο την προσοχή του κίνησαν κάτι φορτηγίδες των οποίων το εμπόρευμα ανέδιδε μια τόσο έντονη οσμή αμμωνίας, ώστε να ξεσπάσει σε μια κρίση φταρνίσματος. Όταν ρώτησε τους Ισπανούς, τι ήταν αυτή η ουσία εκείνοι του απάντησαν, μάλλον αδιάφορα, πως τη χρησιμοποιούν οι Ινδιάνοι για να αυξάνουν τη γονιμότητα των χωραφιών τους. Το επόμενο βήμα του ήταν να στείλει δείγματα γκουανό στο Παρίσι, όπου η ανάλυσή του από τους χημικούς Αντουάν-Φρανσουά Φουρκρουά και Λουί-Νικολά Βοκλεέν, απέδειξε την υψηλή περιεκτικότητά του σε άζωτο.

Παραταύτα, το ενδιαφέρον για το γκουανό παρέμενε μικρό στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, ως την έλευση του Λάιμπιγκ που όπως είπαμε, ήταν ο βασικός συντελεστής της εκτόξευσης της εμπορικής αξίας του γκουανό. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1840 – 1880 το Περού – που είχε κερδίσει την ανεξαρτησία του και συνεπώς τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων του – εξήγαγε δεκάδες εκατομμύριων τόνων γκουανό, που αντιστοιχούσαν στο 60% των κρατικών εσόδων του.

Οι συνθήκες εργασίας στις νήσους Τσίντσα ήταν εφιαλτικές. Οι εργάτες – πολλοί από αυτούς ήσαν Κινέζοι που είχαν μεταφερθεί εκεί υπό συνθήκες, περίπου δουλείας – εξόρυσσαν γκουανό μέσα σε σύννεφα σκόνης αμμωνίας, και το φόρτωναν σε πλοία, υπό ένοπλη φρούρηση. Πολλοί από αυτούς τυφλώνονταν και ακόμα περισσότεροι υπέφεραν από αναπνευστική ανεπάρκεια.

Ένας τέτοιος, πολύτιμος – διότι εκτός της γεωργίας, οι αζωτούχες ενώσεις του χρησιμοποιούνταν και στην παραγωγή πυρίτιδας – πλουτοπαραγωγικός πόρος, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητες τις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1856 το νομοσχέδιο που υπέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος Φράνκλιν Πιρς, στο Κογκρέσο, υπό τον τίτλο: Νόμος περί Νήσων Γκουανό, επέτρεπε στους πολίτες των ΗΠΑ, να: «Θέσουν υπό την κατοχή – και στο όνομα των Ηνωμένων Πολιτειών – νήσους οι οποίες παράγουν γκουανό, δεν κατοικούνται από πολίτες άλλης χώρας και δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία άλλης κυβέρνησης». Επίσης, επέτρεπε: Στον πρόεδρο των ΗΠΑ να χρησιμοποιεί τον στρατό για την προάσπιση των σχετικών δικαιωμάτων, που αποτελούσαν πλέον μέρος της ποινικής δικαιοδοσίας των ΗΠΑ, στα εδάφη αυτά. Ο νόμος οδήγησε σε νομικές διεκδικήσεις 94 περίπου νήσων σε όλον τον Ειρηνικό και στην Καραϊβική, και ορισμένα από αυτά, όπως η ατόλη Μίντγουεϊ, παραμένουν εδάφη των ΗΠΑ, παρά την εξάντληση των αποθεμάτων γκουανό. Ας σημειωθεί ότι ΗΠΑ και το Περού, δεν οδηγήθηκαν σε προστριβές λόγω του νόμου. Είχαν έρθει το 1852 στα πρόθυρα ενός θερμού επεισοδίου όταν οι ΗΠΑ διεκδίκησαν τις νήσους Λόμπο από το Περού, με την αιτιολογία ότι οι νήσοι αυτές, είχαν ανακαλυφθεί από Αμερικανό θαλασσοπόρο. Η αποφασιστικότητα όμως του Περού – έστειλε πλοία να περιπολούν τις νήσους – έκανε τον τότε Αμερικανό πρόεδρο, Μίλαρντ Φίλμορ, να το ξανασκεφτεί, να αποσύρει τις ναυτικές δυνάμεις που είχε στείλει, και να αναγνωρίσει δημοσίως την περουβιανή κυριαρχία. Παραταύτα όμως υπήρχαν διπλωματικές εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Αϊτής, όπως και της Βενεζουέλας για νήσους οι οποίες ενέπιπταν στον Αμερικανικό νόμο.

Ωστόσο με φόντο τον νόμο και το γκουανό κυρίως, άλλες χώρες ενεπλάκησαν σε αιματηρές πολεμικές αναμετρήσεις. Πρώτη ήταν ο Πόλεμος των Νήσων Τσίντσα (1864–1866): Η Ισπανία κατέλαβε τις νήσους Τσίντσα του Περού, επικαλούμενη αποζημιώσεις που έπρεπε να της καταβληθούν για επιθέσεις κατά Ισπανών υπηκόων. Στον πόλεμο η συμμαχία του Περού, με τη Χιλή, τον Ισημερινό και τη Βολιβία, κατάφερε να αποκρούσει τους Ισπανούς που αποχώρησαν ηττημένοι.

Δεύτερη ήταν ο Πόλεμος του Ειρηνικού (1879–1883): Γνωστός και ως «Πόλεμος του Λιπάσματος», έφερε αντιμέτωπη τη Χιλή με τη συμμαχία Περού-Βολιβίας. Η σύγκρουση έγινε για τον έλεγχο των ακτών που ήταν πλούσιες σε γκουανό. Η Χιλή νίκησε, και έκτοτε η Βολιβία αποτελεί μια εντελώς αποκλεισμένη από τη θάλασσα, χώρα. Συνεπώς, ούτε λίγο, ούτε πολύ τα περιττώματα των πουλιών, και φυσικά οι ευρύτερες εδαφικές επιδιώξεις, διαμόρφωσαν τον γεωπολιτικό χάρτη της Νοτίου Αμερικής, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.

Μέχρι τη δεκαετία του 1880, τα κοιτάσματα Τσίντσα είχαν ουσιαστικά εξαντληθεί. Δώδεκα εκατομμύρια τόνοι — χιλιάδες χρόνια συσσώρευσης — αποξηλώθηκαν σε τέσσερις δεκαετίες. Όμως το γκουανό έχασε την προτεραιότητά του: Χάρη στη μέθοδο Haber-Bosch, που αναπτύχθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα, η βιομηχανία μπορούσε πλέον να παράγει αμμωνία από το ατμοσφαιρικό άζωτο, ενώ τα συνθετικά λιπάσματα που προέκυψαν, ήσαν φθηνότερο και απεριόριστα. 

Αυτή λοιπόν ήταν μία από τις πολλές ιστορίες που δείχνουν τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν έναν πολύτιμο αλλά πεπερασμένο φυσικό πόρο. Τον διεκδικούν σαν να είναι ανεξάντλητος και, όχι σπάνια, φτάνουν μέχρι τον πόλεμο για να τον αποκτήσουν.

Κλείνοντας το άρθρο είναι νομίζω απαραίτητες μερικές βιολογικές διευκρινίσεις, με πρώτα και κύρια, το τι είναι αυτό που έκανε το γκουανό τόσο πολύτιμο, ως λίπασμα.

Θα γνωρίζετε λοιπόν ότι βρισκόμαστε εντός μιας ατμοσφαιρικής «θάλασσας» αζώτου. Το 78,08% κ.ό. της γήινης ατμόσφαιρας αποτελείται από άζωτο, το 20,95% κ.ό. και το υπόλοιπο από ευγενή αέρια, διοξείδιο του άνθρακα κ.ά. αέρια. Ατυχώς όμως τα φυτά που χρειάζονται το άζωτο για να συνθέσουν τις αζωτούχες ενώσεις τους (πρωτεΐνες, νουκλεϊκά οξέα κ.ά.) δεν μπορούν να το προσλάβουν παρά μόνο από τις ρίζες τους, υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων. Τη δουλειά αυτή την κάνει μια στρατιά βακτηρίων και μυκήτων του εδάφους που, είτε δεσμεύουν αμέσως το ατμοσφαιρικό άζωτο και το μετατρέπουν σε νιτρικά ιόντα, είτε μετατρέπουν αζωτούχες ενώσεις – όπως την ουρία, την αμμωνία κ.ά. ενώσεις που αποσυντίθενται – σε νιτρικά ιόντα. Το γκουανό λοιπόν δίνει δουλειά σε αυτούς τους μικροοργανισμούς που με τη σειρά τους, διοχετεύουν τα νιτρικά ιόντα στα φυτά. Θα λέγαμε μάλιστα, ότι εν αντιθέσει με τα σημερινά συνθετικά λιπάσματα που μπορεί να «κάψουν» το φυτό σε περίπτωση υπερδοσολογίας, το γκουανό απελευθερώνει τα συστατικά του με έναν αργό, αλλά φυσικό ρυθμό, ο οποίος προσφέρει – με τη συνέργεια και των βακτηρίων – σταθερή παροχή των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών στα φυτά.

* Συντομευμένος τίτλος του πλήρους: H οργανική χημεία στις εφαρμογές στη γεωργία και στη φυσιολογία.

**Για τον Αλεξάντρ φον Χούμπολντ, θα άξιζε το biology4u να αφιερώσει, όχι ένα άρθρο, αλλά τρία ή τέσσερα. Τόσο ενδιαφέρουσα και σημαντική από επιστημονική άποψη ήταν η περιπετειώδης ζωή του. Έχουμε ωστόσο αφιερώσει ένα. Αν ο αναγνώστης – διότι το biology4u, δεν έχει επισκέπτες, έχει αναγνώστες – επιθυμεί να το διαβάσει, ιδού ο σχετικός σύνδεσμος: https://biology4u.gr/?p=15773

***Η κύρια φωτογραφία, καθώς και η φωτογραφία που απεικονίζει τον νόμο του ελαχίστου είναι προϊόντα Α.Ι.