Χωροκατακτητικά είδη

Μπορεί ο λαγοκέφαλος να μπήκε σχετικά πρόσφατα στο λεξιλόγιο μας. Όμως η συμπεριφορά που τον χαρακτηρίζει, χαρακτηρίζει και πολλά άλλα ζωικά και φυτικά είδη, που δεν περνούν από το μυαλό μας, επειδή απλώς τα έχουμε συνηθίσει. Πρόκειται για τα αποκαλούμενα χωροκατακτητικά είδη, δηλαδή είδη τα οποία επεκτείνονται πέραν της φυσικής περιοχής εξάπλωσής τους, ακολουθώντας συχνά τα μονοπάτια που χαράσσει η ανθρώπινη δραστηριότητα.

Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι νεοφανής. Από την αυγή της ζωής στον πλανήτη οι ζωικοί και φυτικοί οργανισμοί μεταναστεύουν και αποικίζουν νέες περιοχές, είναι μάλιστα πιθανό ότι η χωροκατακτητική συμπεριφορά αποτελεί – λιγότερο ή περισσότερο – ιδιότητα όλων των ειδών. Ενώ όμως η πλειονότητα τους αποτυγχάνει να επιβιώσει στο νέο ενδιαίτημα – διότι στερούνται των κατάλληλων εξελικτικών προσαρμογών, ορισμένα το καταφέρνουν. Είναι αυτά τα οποία εγκλιματίζονται στην περιοχή στην οποία εισβάλλουν και εδραιώνουν έναν αναπαραγωγικό πληθυσμό ο οποίος ευδοκιμεί, ελλείψει φραγμών, όπως π.χ. ένας θηρευτής ή ένας ανταγωνιστής που μπορούν να τον περιορίσουν. Στις περιπτώσεις αυτές το εισαχθέν είδος συχνά αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των αυτοχθόνων ειδών: Οι πληθυσμοί τους μειώνονται, είτε επειδή θηρεύονται από τον εισβολέα, είτε επειδή τους στερεί την πρόσβαση σε τροφή, νερό, χώρο ή άλλους πόρους. Έτσι το ενδεχόμενο της εξάλειψής τους – συνεπώς της απώλειας της βιοποικιλότητας του οικοσυστήματος, είναι ορατό.

Στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί 14.000 περίπου χωροκατακτητικά είδη, ενώ στην Ελλάδα, γύρω στα 1.000 – αν και οι αριθμοί, ανάλογα με τον ερευνητή, ποικίλουν. Τα πιο επιθετικά, ως προς την εξάπλωσή τους, εγκυμονούν μεγαλύτερους κινδύνους για τα οικοσυστήματα. Όμως υπάρχουν και αρκετά, για τα οποία δεν είναι εύκολο κανείς να αποφανθεί με σιγουριά, αν η έλευσή τους σε ένα οικοσύστημα αποτελεί ανεπιθύμητη εξέλιξη. Καλό παράδειγμα είναι ο Αΐλανθος (Ailanthus altissima), ένα φυτό ενδημικό στην Κίνα, που λέγεται ότι μεταφέρθηκε στην Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα προκειμένου να ενταχθεί στη χλωρίδα του, τότε, βασιλικού κήπου. Τον βρίσκει κανείς σε εγκαταλελειμένα οικόπεδα, σε πρανή, σε ερειπιώνες, στην πόλη και στην ύπαιθρο. Ως χωροκατακτητικό είδος, περιλαμβάνεται ανάμεσα στα πιο κακοήθη. Εξαπλώνεται ταχύτατα και απωθεί οποιοδήποτε άλλο φυτό βρίσκεται κοντά του. Ωστόσο έχει αποδειχτεί ότι ο ρυθμός με τον οποίο απορροφά CO2 (αέριο του φαινομένου του θερμοκηπίου) είναι εκατονταπλάσιος του ρυθμού απορρόφησης του αερίου, από τα φυτικά είδη που διώχνει. Είναι λοιπόν επιβλαβής ή όχι ο αΐλανθος; Δύσκολο ερώτημα, αλλά ταυτοχρόνως διδακτικό. Τα οικοσυστήματα αποτελούν πολύπλοκες συνέργειες, παντελώς απρόσφορες για απλουστευτικές βεβαιότητες.

Συλλογή του εντόμου από κάκτο. Προέρχεται
από βιβλίο για την καλλιέργεια της κοχενίλλης
του Μεξικανού ιερέα – επιστήμονα
José Antonio de Alzate y Ramírez

Ένα άλλο, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον παράδειγμα, η είναι η Φραγκοσυκιά (Οpuntia ficus-indica). Το κέντρο προέλευσής της είναι το Κεντρικό Μεξικό, όπως μαρτυρούν οι πλησιέστεροι, από γενετική άποψη συγγενείς της, που εντοπίζονται εκεί. Η φραγκοσυκιά εισήχθη από τους Ισπανούς θαλασσοπόρους στην Ιβηρική χερσόνησο κατά τον 16ο αιώνα, όχι τόσο χάρη στη διατροφική αξία των καρπών της, όσο χάρη στην κοχενίλλη (Dactylopius coccus), ένα έντομο που παρασιτεί στα κλαδώδια της φραγκοσυκιάς (τους μορφής ρακέτας, τροποποιημένους βλαστούς) απομυζώντας τους χυμούς τους. Ο λόγος για τον οποίο το παρασιτικό αυτό έντομο στάθηκε αιτία για τη μεταφορά της φραγκοσυκιάς στην Ισπανία, είναι απλός. Το έντομο παράγει καρμινικό οξύ, μια έντονη κόκκινη χρωστική η οποία χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στη βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, στην κλωστοϋφαντουργία και στη φαρμακοβιομηχανία. Καθώς η χρωστική αυτή είναι περισσότερο συμπυκνωμένη από ομοειδείς της – ώστε με μικρή ποσότητα, να επιτυγχάνεται έντονο αποτέλεσμα – έγινε ο δεύτερος, μετά το ασήμι, πλουτοπαραγωγικός πόρος, για το Ισπανικό στέμμα. Η αξία του εντόμου από το οποίο αποσπάτο η χρωστική – έφτανε ανάλογα με τη διαθεσιμότητά του, ως και το μισό της αξίας του βάρους του, σε ασήμι! Οι Ισπανοί προστάτευαν τη χρωστική, με μονοπωλιακές πολιτικές και μεταφορά της, με πολεμικά πλοία – ώστε να αποτρέπεται η πειρατεία, προσπάθησαν μάλιστα να την παραγάγουν με τη μεταφορά του κάκτου στην Ισπανία. Όμως, ως το 1820, καμιά από τις απόπειρες παραγωγής της χρωστικής στην Ισπανία δεν ήταν επιτυχής.

Ο λόγος; Οι βιολογικές γνώσεις της εποχής δεν έφταναν για να γίνει αντιληπτό ότι δεν αρκούν οι σπόροι του φυτού για να αναπτυχθεί ένας κάκτος με έντομα που θα παρήγαγαν τη χρυσοφόρο χρωστική. Όταν η παραγωγή της συνδέθηκε με το έντομο και βρέθηκε τρόπος να μεταφερθεί ζωντανό από τις ισπανικές κτήσεις στη μητρόπολη, τότε η καλλιέργεια του κάκτου έγινε αποδοτική. Λέγεται μάλιστα πως ακόμη και ο Κάρολος Λινναίος – ένας από τους εμμονικούς της καλλιέργειας τροπικών ειδών στην Ευρώπη – απέτυχε να αναπτύξει έναν κάκτο που να παράγει τη χρωστική. Τη μια και μοναδική φορά, που κάποιος συνεργάτης του, κατάφερε να μεταφέρει έναν κάκτο με έντομα, από το Σουρινάμ στη Σουηδία, ο βοηθός του Λινναίου που τον παρέλαβε, μη γνωρίζοντας τον θησαυρό που κατέστρεφε, αφαίρεσε ένα προς ένα τα έντομα από το φυτό…

Η κοχενίλλη, όπως τη
σχεδίασε ο José Antonio
de Alzate y Ramírez το 1777

Το ίδιο όμως έντομο, στον φυσικό χώρο εξάπλωσης του κάκτου, αποτελεί έναν φραγμό (αλλά και μια απειλή για τις καλλιέργειες) στην υπέρμετρη αύξηση του πληθυσμού του. Όπου εισήχθη ο κάκτος, και η κοχενίλλη δεν υπήρχε στο οικοσύστημα, ο κάκτος επεκτάθηκε ανεμπόδιστα. Και αυτό συνέβη, πρώτα στη Μεσόγειο και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη στην οποία διαδόθηκε, τόσο με τους σπόρους που μετέφεραν τα περιττώματα των πουλιών, όσο και μέσω την Ισπανών ναυτικών που είχαν παρατηρήσει ότι οι καρποί της αποτρέπουν την εμφάνιση σκορβούτου.

Έτσι λοιπόν ήρθε και στην πατρίδα μας, κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας – και του μέρους της, της Ενετοκρατίας – όπως άλλωστε δηλώνει η κοινή ονομασία της. Τη βρίσκει κανείς στην Πελοπόννησο, στην Αττική, στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, ως φυσικό φράκτη ανάμεσα στα χωράφια, ως αποτρεπτικό πλέγμα για την προσέγγιση στα ενετικά οχυρά, αλλά και σε σχετικά μεγάλες συστάδες των οποίων τη δημιουργία, οι ξηροθερμικές συνθήκες της χώρας, ευνοούν.

Τη φραγκοσυκιά περιέγραψε με τα ακόλουθα λόγια ο Ιρλανδός αρχαιολόγος και ζωγράφος Edward Dodwell (1776-1832) στο βιβλίο του A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, το οποίο εκδόθηκε το 1819:

Οι βράχοι γύρω από την Πιάδα* είναι καλυμμένοι με τον κάκτο opuntia ή ινδιάνικη συκιά. Είναι πολύ λιγότερο συνηθισμένος στην Ελλάδα από ό,τι στην Καλαβρία και στην Σικελία, όπου οι αδιαπέραστες συστοιχίες τους, προσφέρουν καλύτερη άμυνα, ακόμη και από τα ψηλότερα τείχη και από τους ισχυρότερους φράχτες. Το στέλεχος τους μπορεί να ξεπεράσει τη διάμετρο του ενός πόδα, και τα φύλλα τους είναι πολύ μεγάλα. Ούτε ο άνθρωπος ούτε ζώο τολμούν να επιχειρήσουν ένα πέρασμα μέσα από αυτό το τρομερό φράγμα, διότι τα λεπτά και αιχμηρά αγκάθια με τα οποίο είναι οπλισμένο το φυτό, τρυπούν σαν βελόνες το δέρμα και προκαλούν οξύ και ενοχλητικό πόνο.

Αντιθέτως ο Αμερικανός ιστορικός και εκπαιδευτικός Henry Martin Baird (1832-1906) στο βιβλίο του: Modern Greece, A Narrative Residence and Travels, το οποίο εκδόθηκε το 1856, περιγράφει μια εικόνα μεγαλύτερης ενσωμάτωσης της φραγκοσυκιάς στο Ελληνικό τοπίο:

Τα φραγκόσυκα προκαλούν έκπληξη στον ξένο μέχρι να τα αναγνωρίσει ως καρπό της κοινής φραγκοσυκιάς, της οποίας οι παράξενα αρθρωμένοι βλαστοί φτάνουν εδώ σε εκπληκτικό μέγεθος. Οι Έλληνες που συναντώ δεν πιστεύουν τον ισχυρισμό μου ότι το φυτό αυτό προέρχεται από την αμερικανική ήπειρο, καθώς μου λένε, ότι είναι αυτοφυές στα πιο απομακρυσμένα μέρη της Μάνης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φραγκοσυκιά είναι χωροκατακτητικό είδος, καθώς οι αυτοφυείς συστάδες της μπορούν να καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις εις βάρος ενδημικών φυτών, λόγω της ευκολίας του πολλαπλασιασμού της, ο οποίος γίνεται και αγενώς (βλαστητικά) και εγγενώς (με σπόρους). Όμως εκτός του θρεπτικού καρπού της, συνεισφέρει στη συγκράτηση του εδάφους, όπως και ως αντιπυρικός φράκτης, χάρη στη μεγάλη περιεκτικότητά της σε νερό.

Η περίπτωση της φραγκοσυκιάς δείχνει πόσο εύκολα, ένας εισβολέας που μας συντροφεύει για αιώνες, μπορεί να «νομιμοποιηθεί» στη συνείδησή μας, ώστε να αποκτήσει πιστοποίηση εντοπιότητας. Και η ελληνική ύπαιθρος έχει πολλούς τέτοιους. Δίπλα στις φραγκοσυκιές της Μάνης και των Δωδεκανήσων συναντώνται Αγαύες (Agave americana) – οι κοινοί δηλαδή Αθάνατοι– ένα επίσης χωροκατακτητικό φυτό το οποίο ήρθε στην Ευρώπη από την Αμερικανική ήπειρο, τον 16ο αιώνα. Μεταξύ αυτών των εισβολέων δεσπόζουσα θέση κατέχει ο Ευκάλυπτος (Eucalyptus) που στην Ελλάδα αντιπροσωπεύεται κυρίως με το είδος Eycalyptus globulus, που το εισήγαγε ο καθηγητής Θεόδωρος Ορφανίδης το 1864 από την Αυστραλία, ωθούμενος από την ταχεία ανάπτυξή του φυτού, την ικανότητά του να εγκλιματίζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, κυρίως όμως από τη σχέση του με την ελονοσία. Η φύτευση ευκαλύπτων στις περιοχές των ελών αποτέλεσε μια ήπια μέθοδο αποξήρανσής τους καθώς το φυτό, λόγω του υδρόφιλου χαρακτήρα του αντλεί μεγάλες ποσότητες νερού. Επίσης τα εκχυλίσματα φύλλων ευκαλύπτου ήταν διαδεδομένη η πεποίθηση – που δεν έχει διαψευστεί από τη σύγχρονη έρευνα – ότι έχουν ανθελονοσιακή δράση.

Ο ευκάλυπτος σε πολλές περιοχές της Μεσογείου θεωρείται χωροκατακτητικό είδος διότι έχει την τάση να δημιουργεί συστάδες που εκτοπίζουν τα ενδημικά είδη. Η έλλειψη σημαντικών φυσικών εχθρών και η ταχεία ανάπτυξη του, τον ευνοούν στον ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε πόρους, όπως το νερό, τα θρεπτικά συστατικά και το φώς. Παράλληλα ο «χημικός πόλεμος» που ασκεί – με τις φαινολικές ενώσεις και τα αιθέρια έλαια των φύλλων του και του φλοιού του – αναστέλλει την ανάπτυξη άλλων φυτών γύρω του.

Από τον λαγοκέφαλο των θαλασσών μας μέχρι τον ευκάλυπτο, την αγαύη και τη φραγκοσυκιά, η φύση δεν σταματά να αναδιαμορφώνεται. Τα χωροκατακτητικά είδη μάς υπενθυμίζουν ότι τα σύνορα στα οικοσυστήματα είναι ρευστά και ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα λειτουργεί ως ο μεγάλος επιταχυντής των μεταναστεύσεων των ειδών. Η διαχείρισή τους δεν απαιτεί αφορισμούς, αλλά βαθιά γνώση του οικοσυστήματος και της δυναμικής του.

* Η παλαιά ονομασία της Νέας Επιδαύρου

**Η πρώτη φωτογραφία είναι προϊόν ΑΙ.