Η Λέσχη της Γραβάτας RNA

Φανταστείτε μια συγκέντρωση στην οποία ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, ο Φράνσις Κρικ και ο Τζέιμς Γουότσον κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, φορώντας φανταχτερές γραβάτες που έχουν κεντημένη μια έλικα RNA, και εν μέσω καπνών από εκλεκτά πούρα, ατμών από καλιφορνέζικο κρασί και καλαμπουριών, ανταλλάσσουν εικασίες – κάποτε εξωφρενικές – για το πώς το DNA υπαγορεύει τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Κανείς δεν κρατάει πρακτικά. Δεν υπάρχει επίσημη ατζέντα. Το μότο της λέσχης τους — «Do or die, or don’t try» — θυμίζει περισσότερο μια παρέα εφήβων, παρά μια σύναξη επιστημόνων κάποιοι από τους οποίους θα κρατούσαν στα επόμενα χρόνια (Γουότσον, Κρικ, Φάινμαν, Σύντνεϋ Μπρέννερ, Μαξ Ντελμπρύκ, Μέλβιν Κάλβιν) ένα βραβείο Νόμπελ στα χέρια τους. Κι όμως, μέσα από αυτή την εκκεντρική, παιγνιώδη λέσχη, ο Κρικ και ο κοσμολόγος, φυσικός Τζωρτζ Γκάμοφ συνέλαβαν δυο από τις πιο γόνιμες ιδέες στην ιστορία της Μοριακής Βιολογίας. Ο πρώτος, ότι θα έπρεπε ανάμεσα στα νουκλεοτίδια του DNA και στα αμινοξέα – που προστίθενται το ένα μετά το άλλο, ώστε να συντεθεί μια πρωτεΐνη – να μεσολαβεί ένας παράγοντας, ικανός να συνδέεται και με τα δύο. Κι ο δεύτερος ότι θα υπάρχει κάποιος κώδικας, που υποδεικνύει πώς η «γλώσσα» του DNA, μεταφράζεται στη «γλώσσα» των αμινοξέων.

Η λέσχη τους λοιπόν, το χρονικό της οποίας θα σας αφηγηθώ ευθύς, ήταν η εμπειρική απόδειξη ότι η επιστήμη δεν είναι μόνον εξισώσεις, σχεδιαγράμματα, και πειράματα. Είναι και περιέργεια και απολαυστικό διανοητικό παιχνίδι· εν τέλει, μια ανθρώπινη ιστορία της οποίας η αφήγηση είναι διασκεδαστική και ταυτοχρόνως, διδακτική.

Η ιστορία ξεκίνησε όταν μια ημέρα του Μαΐου του 1954 ο Γουότσον επισκέφτηκε τον Γκάμοφ στο γραφείο του, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Σκοπός της συνάντησης ήταν να συζητήσουν μια ιδέα που είχε ο Γκάμοφ για το πώς η αλληλουχία του DNA (το άρθρο για τη δομή του στο Nature, των Γουότσον και Κρικ, είχε δημοσιευθεί την προηγούμενη χρονιά) υπαγορεύει την αλληλουχία των αμινοξέων μιας πρωτεΐνης. Ο Γκάμοφ, πίστευε ότι η λύση του προβλήματος δεν θα μπορούσε να προκύψει παρά με την εμπλοκή περισσότερων επιστημόνων και μάλιστα από διαφορετικά επιστημονικά πεδία. Ο Γουότσον υπερθεμάτισε, καθώς γνώριζε από πρώτο χέρι (τη συνεργασία του με τον φυσικό Κρικ), πόσο γόνιμες μπορεί να είναι οι επιστημονικές συμπράξεις· και πηγαίνοντας το πράγμα, παραπέρα, πρότεινε στον Γκάμοφ να μπει μπροστά και να αναλάβει την πρωτοβουλία να συστήσει μια επιστημονική ομάδα που θα διερευνούσε το σχετικό ερώτημα. Ο Γκάμοφ συμφώνησε, και στα επόμενα λεπτά είχαν καταλήξει στις αρχές λειτουργίας της ομάδας:

1ον: Η ομάδα θα ονομαζόταν: Λέσχη της γραβάτας του RNA. Θα αποτελείτο από 20 μέλη, καθένα από τα οποία θα έπαιρνε το όνομα ενός από τα 20 αμινοξέα. Τέσσερα ακόμη μέλη, θα ήταν επί τιμή, και θα έπαιρναν το όνομα ενός από τα νουκλεοτίδια το καθένα. Κάθε μέλος θα λάμβανε μια γραβάτα στην οποία θα ήταν κεντημένο ένα μονόκλωνο μόριο RNA και μια καρφίτσα για τη γραβάτα, που θα έφερε τη συντομογραφία του αμινοξέος καθενός τους.

2ον: Η λέσχη θα ήταν άτυπη. Όχι πρακτικά, όχι ολομέλειες. Απλώς σποραδικές συναντήσεις μεταξύ μεμονωμένων μελών – και με την ευκαιρία, οινοποσία και καλαμπούρια – και ανταλλαγές επιστολών. Σκοπός θα ήταν να ανταλλάσσουν ιδέες, πάνω στο πρόβλημα, που δεν είχαν ακόμη ωριμάσει ώστε να δημοσιευθούν σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό. Και να τις ανταλλάσσουν, εντός ενός πνεύματος ελευθεριότητας, που θα τους επέτρεπε – όντες, απαλλαγμένοι από τα άγχη της προτεραιότητας και των επιστημονικών ανταγωνισμών – να διατυπώνουν άφοβα, ακόμη και ιδέες που σε δεύτερο χρόνο, μπορεί να απορρίπτονταν, ως ανόητες.

Όταν ο Γουότσον έφυγε από το γραφείο του Γκάμοφ, είχε συνταχθεί ο κατάλογος των μελών, με το ψευδώνυμο καθενός τους. Σε μια επιστολή που ταχυδρόμησε αργότερα ο Γκάμοφ, προκειμένου να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη ευθυμία στο εγχείρημά τους, μοίρασε αξιώματα με τα οποία παρωδούσε τις διάφορες μυστικιστικές αδελφότητες, και γενικότερα την τελετουργία των βρετανικών λεσχών. Ο ίδιος για παράδειγμα, ήταν ο Μέγας Ενοποιητής, ο Γουότσον: ο Αισιόδοξος, ο Κρικ: ο Απαισιόδοξος, ο Martynas Ycas: o Αρχειονόμος και ο Alex Rich: ο Λόρδος Σφραγιδοφύλακας. Κάθε μέλος έπρεπε να στείλει 4 δολάρια στον Κρικ, για να παραλάβει τη γραβάτα του, και 16 δολάρια στον Γκάμοφ, για να του στείλει την επίχρυση καρφίτσα του.

Ότι στην ομάδα υπήρχαν τόσοι πολλοί φυσικοί δεν είναι κάτι που πρέπει να προξενεί εντύπωση. Όλα αυτά συνέβαιναν σε μια εποχή στην οποία, όσον αφορά στο πρόβλημα του Γενετικού κώδικα, δεν υπήρχαν ακόμη πειραματικά δεδομένα. Φαίνεται λοιπόν ότι η προσφυγή στη γνώση, και στη δεξιότητα των φυσικών και των μαθηματικών για θεωρητική σκέψη, να κρίθηκε αναγκαία. Για τον Φάινμαν ειδικά, αυτό ήταν μια πρόκληση. Μερικά χρόνια αργότερα, έχοντας απασχοληθεί για μια ολόκληρη ακαδημαϊκή χρονιά (1959 -1960) στο εργαστήριο του Ντελμπρύκ, είχε καταλάβει – όπως έγραψε στο βιβλίο του: «Σίγουρα αστειεύεστε, κύριε Φάινμαν!» – Ότι: «Στη βιολογία, είναι πολύ εύκολο να βρεις πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα, για τα οποία όμως κανείς δεν ξέρει την απάντηση».

Επιστολή του Γκάμοφ, σε
κάποιο μέλος της λέσχης.

Επίσης, δεν είναι γνωστά τα κριτήρια με τα οποία καταρτίστηκε ο κατάλογος των μελών, πέραν του ότι οι περισσότεροι ήταν φίλοι του Γκάμοφ. Το ενδεχόμενο να υπήρχαν μεροληψίες δεν αποκλείεται. Θα μπορούσε όμως να αντιταχθεί το επιχείρημα, ότι άπαντες οι συμμετέχοντες ήταν αξιόλογοι – όπως μαρτυρά η μετέπειτα επιστημονική διαδρομή τους – και επίσης ότι τέσσερις υπήρξαν μέλη του Σχεδίου Μανχάταν (Ο Φάινμαν, ο ελληνικής καταγωγής Nickolas Metropolis – Νικόλαος Μητρόπουλος, o Paul Doty και o Edward Teller). Κι ύστερα, στη λέσχη μετείχε και ο Erwin Chargaff, o βιοχημικός που είχε ανακαλύψει τις περίφημες αναλογίες μεταξύ των αζωτούχων βάσεων, και ο οποίος είναι γνωστό, ότι μόνον συμπάθεια δεν έτρεφε για τους Γουότσον και Κρικ (πίστευε, όχι άδικα, ότι δικαιούτο μια μεγαλύτερη αναγνώριση για τη συμβολή του στην ανακάλυψη της δίκλωνης έλικας, απ’ όση του είχαν αποδώσει).

Τελικά κατάφερε η Λέσχη της Γραβάτας του RNA να λύσει το πρόβλημα του Γενετικού κώδικα; Η απαγοητευτική απάντηση είναι: όχι. Και η ακόμη απογοητευτικότερη ήταν ότι ο Γενετικός κώδικας αποκρυπτογραφήθηκε κυρίως από τον Marshall Nirenberg, ο οποίος δεν ήταν καν μέλος της λέσχης. Και οι δυο όμως απαντήσεις – όπως συχνά συμβαίνει στα πράγματα της επιστήμης, όπου η επιμέρους συμβολές και προτεραιότητες δεν είναι πάντα ευδιάκριτες – είναι μερικές. Τα μέλη της λέσχης της γραβάτας RNA, απέτυχαν να λύσουν το πρόβλημα του Γενετικού κώδικα. Όμως η συγγραμμικότητα ανάμεσα στα νουκλεοτίδια και στα αμινοξέα (που επεξεργάστηκε, έστω και λανθασμένα ο Γκάμοφ) και η διορατικότατη πρόβλεψη του Κρικ, ότι πρέπει να υπάρχει ένα μόριο που μεσολαβεί μεταξύ των αμινοξέων και των νουκλεοτιδίων (υπόθεση προσαρμογέα), προλείαναν το έδαφος για τη θεμελίωση του λαμπρού οικοδομήματος της Μοριακής Βιολογίας, πέραν της ανακάλυψης της δίκλωνης έλικας*. Χωρίς την έννοια τη συγγραμικότητας – που θεωρητικά ιχνηθέτησε τα πειράματα του Nirenberg, και την έρευνα που οδήγησε στον εντοπισμό του μεταφορικού RNA (tRNA), η αποκάλυψη του Γενετικού κώδικα, θα μπορούσε να είχε καθυστερήσει.

Προσέφερε τίποτε άλλο η Λέσχη της Γραβάτας του RNA; Νομίζω πως ναι. Κι αυτό ήταν η γνώση ότι η δημιουργική σκέψη δεν προάγεται μόνον μέσα από τη σκληρή δουλειά, τη θέσπιση αυστηρών εννοιών και την αυτονόητη σοβαρότητα. Χρειάζεται επίσης χιούμορ, παιγνιώδη διάθεση, αλλά και μερικές αφορμές για μια μπύρα, που επιτρέπουν στην περιέργεια και στην ευρηματικότητα, να ανθίσουν.

* Ο Κρικ είχε πει πως η επιστολή του στα μέλη της λέσχης για τον προσαρμογέα ήταν η πιο σημαντική επιστημονική εργασία του, από αυτές που δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ, σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό. To μόριο που ο Κρικ στην εργασία αυτή θεώρησε ως εκ των ων ουκ άνευ, ώστε να γίνεται η μετάφραση, δηλαδή το μόριο του tRNA, ανακαλύφθηκε, απομονώθηκε και περιεγράφη πλήρως το 1964 από τον Robert Holey (Nobel 1968).

Στην πάνω φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά οι: Francis Crick, Alexander Rich, Leslie Orgel και James Watson, σε μια από τις συναντήσεις ενός «κλιμακίου» της λέσχης.

Ο αναγνώστης αν επιθυμεί μπορεί να ανατρέξει και στα ακόλουθα σχετικά άρθρα: