Για την Ευρώπη των μέσων του 18ου αιώνα ο Νέος Κόσμος αποτελούσε έναν μακρινό, αλλά γοητευτικότατο προορισμό. Οι μεγάλες εκτάσεις του, που μπορούσαν να προσφέρουν γη για όλους, η απουσία μοναρχών, και η αφθονία πλουτοπαραγωγικών πόρων, κέντριζαν τη φαντασία των τολμηρών που τον έβλεπαν, ως έναν κόσμο ευκαιριών. Ταυτόχρονα όμως η έλξη που ασκούσε στους φτωχούς αγρότες και τεχνίτες ήταν μια πηγή ανησυχίας. Εξαιρουμένων των Βρετανών και των Ισπανών, που επεδίωκαν τον εποικισμό των αποικιών τους, οι ηγεμόνες του Παλαιού Κόσμου, ανησυχούσαν μήπως ο Νέος Κόσμος αποτελέσει ένα κακό παράδειγμα για τους υπηκόους τους και έναν λόγο μαζικής μετανάστευσης, που μπορούσε να μειώσει τον πληθυσμό τους: Περισσότεροι υπήκοοι, σήμαιναν περισσότερους αγρότες, περισσότερους τεχνίτες, περισσότερους στρατιώτες, μεγαλύτερη παραγωγή και συνεπώς, μεγαλύτερη κρατική ισχύ.

Ανάμεσα στους ηγεμόνες ο Φρειδερίκος ο Μέγας της Πρωσσίας, είχε πρόσθετους λόγους να ανησυχεί. Η Πρωσσία, μετά τον Επταετή πόλεμο, είχε υποστεί μεγάλες δημογραφικές απώλειες, τις οποίες ο Φρειδερίκος προσπαθούσε να τις αναπληρώσει ιδρύοντας μια υπηρεσία μετανάστευσης στο Αμβούργο, που εφάρμοζε μια διττή πολιτική: Από τη μια επιχειρούσε να προσελκύσει μετανάστες από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ήπειρο στην Πρωσσία, και από την άλλη, να αποθαρρύνει τη μετανάστευση από την Πρωσσία, στην Αμερικανική Ήπειρο. Ίσως λοιπόν η φυσιοδιφική και φιλοσοφική «νομιμοποίηση» των μέτρων κατά της μετανάστευσης στην Αμερική, να δόθηκε στον Φρειδερίκο, από το έργο του Cornelius Cornelius de Pauw, ενός Ολλανδού κληρικού τον οποίο είχε διορίσει ως «προσωπικό αναγνώστη» του και σύμβουλό του. Ο de Pauw κατά τη διάρκεια της ζωής του, εθεωρείτο ως ο κορυφαίος εθνολόγος για τους πληθυσμούς της Αμερικής. Στο έργο του: Φιλοσοφικές Έρευνες για τους Αμερικανούς (1768), επέκτεινε – και κατά κάποιον τρόπο πολιτικοποίησε- μερικές συναφείς και πρόσφορες προς εκμετάλλευση ιδέες του Μπυφόν που μερικά χρόνια πρωτύτερα, είχε συμπεριλάβει στη Φυσική Ιστορία του (1749).
Πιο συγκεκριμένα ο Μπυφόν στη Φυσική Ιστορία του, είχε διατυπώσει την υπόθεση του εκφυλισμού, σύμφωνα με την οποία οι ζωικοί οργανισμού του Νέου Κόσμου ήταν, σε σύγκριση με εκείνους του Παλαιού Κόσμου, λιγότερο ζωηροί, αδύναμοι και συρρικνωμένοι – κάτι το οποίο απέδιδε στον συνδυασμό υγρασίας και κρύου που πίστευε ότι χαρακτήριζε το κλίμα, όλης της Βορείου Αμερικής. Και στους τόμους ΙΧ και ΧΙV διετύπωνε τις ακόλουθες γενικεύσεις:
Τα ζώα που βρίσκονται τόσο στον Νέο όσο και στον Παλαιό Κόσμο είναι μικρότερα, πιο αδύναμα και περισσότερο νωθρά, στον Νέο Κόσμο.
Τα ζώα που βρίσκονται μόνο στον Νέο Κόσμο είναι εκφυλισμένα σε σύγκριση με εκείνα που βρίσκονται μόνον στον Παλαιό Κόσμο.
Ο αριθμός των ειδών του Νέου Κόσμου, είναι μικρότερος από τον αριθμό των ειδών στον Παλαιό Κόσμο.
Οποιαδήποτε προσπάθεια εκτροφής ζώων του Παλαιού Κόσμου (προβάτων, αγελάδων, σκύλων) στον Νέο Κόσμο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε εκφυλισμό του είδους τους.
Και για τους ιθαγενείς όμως του Νέου Κόσμου, διατεινόταν ότι:
«…Αποτελούν ένα είδος αδύναμου αυτόματου, ανίκανου να βελτιώσει ή να υποστηρίξει τις προθέσεις της Φύσης. Η οποία τους φέρθηκε, μάλλον σαν μια μητριά, παρά σαν μια μητέρα, αρνούμενη να τους προσδώσει το αναζωογονητικό συναίσθημα της αγάπης και την έντονη επιθυμία να πολλαπλασιάσουν το είδος τους… Στον άγριο, τα γεννητικά όργανα είναι μικρά και αδύναμα. Δεν έχει μαλλιά, δεν έχει γενειάδα, δεν έχει πάθος για το θηλυκό… Δεν έχει ζωντάνια, δεν έχει πνευματική δραστηριότητα… Τους έχει αρνηθεί την πιο πολύτιμη σπίθα της φωτιάς της Φύσης: Δεν έχουν πάθος για τις γυναίκες και, φυσικά, δεν έχουν αγάπη για την ανθρωπότητα»…
Εννοείται ότι ο Μπυφόν (όπως άλλωστε και ο de Pauw) δεν είχε επισκεφτεί ποτέ τη Βόρειο Αμερική. Ωστόσο βάσιζε τις εικασίες του στις διηγήσεις ταξιδιωτών, σε δείγματα οργανισμών που διέθετε το Βασιλικό Γραφείο Φυσικής Ιστορίας και σε ένα μικρό θηριοτροφείο, με ζώα του Νέου Κόσμου, το οποίο διατηρούσε στο εξοχικό του. Ότι ένας, εκ των εκπροσώπων του Διαφωτισμού μπορούσε να ισχυρίζεται τόσο ανορθολογικές εικασίες, σήμερα φαίνεται παράδοξο. Όμως στα χρόνια του, αλλά και για αρκετά χρόνια αργότερα, ο εκφυλισμός των ζωικών οργανισμών στη Βόρειο Αμερική, ήταν αναμφισβήτητος. Άλλωστε η θεωρία των μιασμάτων – των ανθυγιεινών δηλαδή οσμών και αναθυμιάσεων που αναδίδονται από τα στάσιμα νερά και την υγρασία – ήταν δημοφιλής ακόμη, ώστε να αποτελεί ένα καλό υπόστρωμα για την αποδοχή των εικασιών του Μπυφόν. Και φυσικά, δεν αποκλείεται να έπαιξε τον ρόλο του ένα είδος πολιτισμικής αλαζονείας των Ευρωπαίων, που τους έκανε να θεωρούν αυτονόητη την υπεροχή της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, έναντι της Αμερικανικής.

Όπου, εν πάση περιπτώσει και να οφειλόταν η καθολική αποδοχή της υπόθεσης, γεγονός είναι ότι ο de Pauw δεν την ασπάστηκε απλώς, αλλά και την επέκτεινε περαιτέρω. Στις Φιλοσοφικές Έρευνες για τους Αμερικανούς, ισχυρίστηκε ότι ο εκφυλισμός δεν είναι μόνον η αναπόφευκτη κατάληξη της απόπειρας εκτροφής ζώων που είχαν μεταφερθεί από τον Παλαιό στον Νέο Κόσμο, αλλά ακόμη και των ανθρώπων. Και έγραφε:
«Οι Ευρωπαίοι που περνούν στην Αμερική εκφυλίζονται, όπως και τα ζώα: μια απόδειξη ότι το κλίμα είναι δυσμενές για τη βελτίωση είτε του ανθρώπου είτε του ζώου. Οι Κρεολές, που κατάγονται από τους Ευρωπαίους και γεννήθηκαν στην Αμερική… δεν έχουν γράψει ποτέ ούτε ένα βιβλίο. Αυτή η υποβάθμιση της ανθρωπότητας πρέπει να αποδοθεί στις αλλοιωμένες ιδιότητες του αέρα που έχει λιμνάσει στα απέραντα δάση τους και έχει διαφθαρεί από επιβλαβείς ατμούς από στάσιμα νερά και ακαλλιέργητες εκτάσεις».
Αν αναρωτιέστε, τι ώθησε τον de Pauw να καταφερθεί έναντι της μετανάστευσης με τόσο απόλυτο τρόπο, η απάντηση ίσως βρίσκεται στο ότι ήθελε να αποκτήσει την εύνοια του προστάτη του Φρειδερίκου.
Όποιες πάντως και να ήταν οι προθέσεις του de Pauw, o «ντόρος» που είχαν προκαλέσει οι «αντιαμερικανικές» εικασίες τόσο του ίδιου, όσο και του Μπυφόν, δεν άργησε να φτάσει στην άλλη ακτή του Ατλαντικού. Και ήταν επόμενο, οι Αμερικανοί – ακόμη τότε, υπήκοοι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας – να μη μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Από τους πατέρες του μετέπειτα Αμερικανικού έθνους οι Τζέιμς Μάντισον, Τζών Άνταμς, και Αλεξάντερ Χάμιλτον έδωσαν τις τσουχτερές απαντήσεις τους στην εικασία του εκφυλισμού. Όμως η ηγετική προσωπικότητα που ηγείτο των επιθέσεων των Αμερικανών, ήταν ο Τόμας Τζέφερσον, ο οποίος αν και θαυμαστής του Μπυφόν είχε εξοργιστεί, ήδη κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, με τους ισχυρισμούς του. Ήταν γι΄αυτόν ζήτημα γοήτρου – όχι απλώς φυσιοδιφικού, ή πολιτισμικού, αλλά και πολιτικού – να τους καταρρίψει. Και δεν ήταν τυχαίος. Παρακολουθούσε μανιωδώς τις επιστημονικές εξελίξεις του καιρού του και στον ελεύθερο χρόνο του, τηρούσε με σχολαστικότητα μετεωρολογικά δελτία, δημοσίευε άρθρα παλαιοντολογίας και πειραματιζόταν με καινοτόμες μεθόδους καλλιέργειας. Ήταν όμως και ένας διορατικός πολιτικός, που θεωρούσε ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η παιδεία είναι θεμέλια της προόδου του Αμερικανικού Έθνους, αλλά και θεμέλια της διακυβέρνησης που επεδίωκε να ασκεί, όταν έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ.

Όταν λοιπόν βρέθηκε το 1786, ως πρέσβης των ΗΠΑ, στη Γαλλία, επεδίωξε να συναντήσει τον Μπυφόν για να του θέσει υπόψη το βιβλίο του: Σημειώσεις, επί της Πολιτείας της Βιρτζίνια με το οποίο επιχειρούσε να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Γάλλου. Μάλιστα, υπό το σύνθημά του: Μεγαλύτερο, σημαίνει καλύτερο είχε επιστρατεύσει στο βιβλίο αρκούδες, βουβάλους, και νυφίτσες της Αμερικανικής Ηπείρου, των οποίων τα βάρη ήταν συγκριτικά μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά είδη. Και πράγματι, όταν επιτέλους συναντήθηκαν στο Παρίσι ο Τζέφερσον καυχήθηκε στον Μπυφόν ότι «Ο σκανδιναβικός τάρανδος είναι τόσο πολύ μικρός, ώστε να μπορούσε να περπατήσει κάτω από την κοιλιά μιας αμερικανικής άλκης».
Ο Μπυφόν δεν πείστηκε, είπε όμως στον Τζέφερσον, ότι αν πράγματι κατάφερνε να του δείξει ένα τόσο μεγάλο ζώο, τότε αυτός προθύμως θα αναθεωρούσε την υπόθεση του εκφυλισμού. Και πράγματι τον επόμενο χρόνο, χάρη σε μια μεγάλη προσωπική δαπάνη του Τζέφερσον, έφτασε στο Παρίσι μια ταριχευμένη άλκη από το Βερμόντ. Όμως – κατά μια εκδοχή το βαλσαμωμένο ζώο, ήταν σε τόσο ελεεινή κατάσταση, με την αποκρουστική οσμή που ανέδιδε και απογυμνωμένο από το τρίχωμά του – λόγω αποσύνθεσης, ώστε οι Γάλλοι, ουδόλως να εντυπωσιαστούν. Κατά μια άλλη το ζώο παρέλαβε ένας από τους βοηθούς του Μπυφόν – καθώς ο ίδιος ήταν άρρωστος – και όπως σημείωσε ο Τζέφερσον στο ημερολογίο του, πείστηκε τελικά να αναθεωρήσει την άποψή του, σε μια επόμενη έκδοση της Φυσικής Ιστορίας. Η αναθεώρηση αυτή, δεν έγινε ποτέ, καθώς τον επόμενο χρόνο (1788) ο Μπυφόν απεβίωσε.
Ωστόσο ο Αμερικανός δεν πτοήθηκε. Όταν ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ έστελνε στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών τεράστια απολιθωμένα οστά Αμερικανικών Μαστοδόντων, προκειμένου να πείσει τους Γάλλους ότι τα ζώα της Αμερικανικής Ηπείρου ήταν τεράστια. Η εμμονή του με το συγκεκριμένο ζήτημα είχε φτάσει ως του σημείου να οργανώνει πολυέξοδες αποστολές αναζήτησης Μαστοδόντων, που πίστευε ότι θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν σε κάποια ανεξερεύνητα σημεία της Αμερικανικής Ηπείρου…
Παρά τις προσπάθειες του Τζέφερσον η υπόθεση για τον εκφυλισμό των ζώων της Αμερικανικής Ηπείρου επέδειξε μεγάλη ανθεκτικότητα στον χρόνο. Άρχισε να σβήνει, από τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε τα ταξίδια μεταξύ των δυο ηπείρων, είχαν προσφέρει πολλές αποδείξεις του ανορθολογισμού της.
Για τη συγγραφή του άρθρου χρησιμοποίησα τις ακόλουθες πηγές:
https://encompass.eku.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1013&context=tcj
https://link.springer.com/article/10.1186/s12052-019-0107-0
https://press.uchicago.edu/Misc/Chicago/169149.html
https://www.monticello.org/jefferson-day/museum-entrance/european-vs-american-superiority
Η επινόηση της Φύσης – Αντρέα Βουλφ, Εκδόσεις Ροπή.
Η πρώτη εικόνα του άρθρου είναι προϊόν ΑΙ (Chat GPT)

