Η Ύδρα του Αμβούργου

Τα cabinets of curiositiesWunderkammer στα γερμανικά, cabinets de curiosités στα γαλλικά) ήταν συλλογές ασυνήθιστων, εξωτικών και συχνά παράδοξων αντικειμένων που ήταν πολύ δημοφιλείς στην Ευρώπη από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα. Αυτά τα δωμάτια θαυμάτων – που θα μπορούσαν να αναφέρονται και ως «ντουλάπια θαυμάτων», καθώς το μέγεθός τους, άλλοτε ήταν τόσο μεγάλο όσο ένα δωμάτιο, κι άλλοτε τόσο μικρό, όσο ένα ντουλάπι με συρτάρια – περιείχαν ένα μείγμα από αντικείμενα που υπάγονταν σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

  • Naturalia: Δηλαδή φυσικά αντικείμενα, όπως, απολιθώματα, κοχύλια, σκελετοί ζώων, αποξηραμένα φυτά κ.ά.
  • Artificialia: Τεχνήματα, όπως γλυπτά, ρολόγια, ευρεσιτεχνίες κ.ά.
  • Scientifica: Επιστημονικά όργανα (αστρολάβοι, τηλεσκόπια, μικροσκόπια), και χάρτες, υδρόγειοι σφαίρες κ.ά.
  • Exotica (εξωτικά) ή Mirabilia (θαυμαστά): Αντικείμενα, δηλαδή, που προξενούσαν τον θαυμασμό, είτε διότι προέρχονταν από μακρινές χώρες, είτε διότι ήταν αξιοπερίεργα.

Οι συλλογές αυτές, δια των οποίων οι ιδιοκτήτες (μονάρχες, εύποροι ευγενείς, ή μορφωμένοι αστοί) προέβαλαν την πολυμάθειά τους, την κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους, ή απλώς τον πλούτο τους, απετέλεσαν τα μαιευτήρια των σύγχρονων μουσείων Φυσικής Ιστορίας, Επιστήμης και Εθνογραφίας, καθώς ικανοποιούσαν την περιέργεια και εκπλήρωναν την επιθυμία να γίνει κατανοητός ο κόσμος σε μια εποχή μεγάλων γεωγραφικών ανακαλύψεων. Ταυτόχρονα, όμως, εξυπηρετούσαν και πιο πρακτικούς σκοπούς: Έχοντας αποκτήσει, λόγω της φήμης τους, ανταλλακτική αξία, αποτελούσαν και θαυμάσιες επενδύσεις.

Ωστόσο, αντί της τάξης με την οποία οργανώνονται οι σύγχρονες συλλογές γύρω από ένα θεματικό αντικείμενο, στα δωμάτια ή ντουλάπια θαυμάτων επικρατούσε ένα πραγματικό χάος. Κι ενώ το χάος αυτό, προφανώς αντιστρατευόταν τη συστηματική μελέτη, διήγειρε την περιέργεια. Και πράγματι ο επισκέπτης τους, ή αυτός που τα άνοιγε, καταλαμβανόταν από την προσμονή να ανακαλύψει το ένα μετά το άλλο τα ετερόκλητα αντικείμενα της συλλογής και να τα συνδέσει, συχνά, με αναπάντεχους συνειρμούς.

Όμως, κατά τον 18ο αιώνα, από το δημιουργικό χάος των δωματίων θαυμάτων, άρχισε να δίνει τη θέση του σε μια τάξη. Κι αυτό δεν θα μπορούσε παρά να συμβεί στο Άμστερνταμ, το οποίο χάρη στη δραστηριότητα της Ολλανδικής Εμπορικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, είχε καταστεί σπουδαίο κέντρο διεθνούς εμπορίου, άρα το λιμάνι στο οποίο κατέληγαν αξιοπεριέργα αντικείμενα, από κάθε γωνιά της γης. Και στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής ήταν ένας επιτυχημένος Ολλανδός φαρμακοποιός, ονόματι Albertus Seba ο οποίος συνέλεγε μανιωδώς δείγματα εξωτικών ζώων και φυτά, αλλά και ορυκτά τα οποία χρησιμοποιούσε στην παρασκευή των φαρμάκων του. Το φαρμακείο του Seba υποδεχόταν με προθυμία τους ναυτικούς οι οποίοι αντάλλασσαν τις φαρμακευτικές υπηρεσίες που τους παρείχε, με τα εκλεκτά δείγματα που έφερναν από τα ταξίδια τους. Έτσι, βαθμιαία, δεν μεγάλωναν μόνον οι συλλογές του Seba, αλλά και η φήμη την οποία είχαν αποκτήσει, ώστε να γίνουν πηγές αναφοράς στους μελετητές της εποχής του, μεταξύ των οποίων και ο Κάρολος Λινναίος.

Το 1717, ο Μεγάλος Πέτρος – ένας από τους αφοσιωμένους υποστηρικτές της προσπάθειας του Seba – αγόρασε τη συλλογή, έναντι 15.000 φιορινιών, ή με σημερινά χρήματα, έναντι 900.000 με 1.200.000 €, όπως μας πληροφορούν οι σύγχρονες μηχανές Α.Ι. Αμέσως μετά ο Seba επιδόθηκε στη δημιουργία μιας ακόμη μεγαλύτερης συλλογής, από αυτήν που είχε πωλήσει. Αυτή η δεύτερη συλλογή, που έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη διεθνώς – περιείχε εκατοντάδες χιλιάδες έντομα, δεκάδες συρτάρια με κοχύλια, και εκατοντάδες βάζα με διατηρημένα ζώα – καταλογογραφήθηκε και αποτυπώθηκε σε ένα τετράτομο έργο, το οποίο τιτλοφορείτο, ως Θησαυρός. Το έργο που εκτυπώθηκε σταδιακά από το 1734, ως το 1765, περιλαμβάνει 446 εξαίσιους πίνακες που είχαν φιλοτεχνηθεί από φημισμένους εικονογράφους της εποχής.

Στον 1ο λοιπόν τόμο του βιβλίου ο Seba είχε συμπεριλάβει μια Ύδρα. Όχι το γνωστό για την αναγεννητική ικανότητά του Υδρόζωο, αλλά ένα πλάσμα που είχε προκύψει ως ένας συνδυασμός των μικροσκοπικών παρατηρήσεων του υπαρκτού ζώου – ήταν γνωστό από τον 17ο αιώνα – και της δημιουργικής φαντασίας που αξιοποιούσε το διασημότερο υπόδειγμα αναγέννησης, τη Λερναία Ύδρα της Ελληνικής Μυθολογίας. Και η Ύδρα του Seba, που έφερε 7 κεφάλια, μπορεί να μην ήταν ένα υπαρκτό ζώο, ήταν όμως ένα υπαρκτότατο τέχνημα, το οποίο είχε τεθεί υπόψη του νεαρού τότε, Κάρολου Λινναίου το 1735, σε μια επίσκεψή του στο Αμβούργο. Ο Λινναίος μετά την εξέταση του περίεργου ζώου κατάλαβε αμέσως ότι ήταν προϊόν επινόησης – τα δόντια προέρχονταν από κουνάβι ή νυφίτσα, και το δέρμα του προερχόταν από φίδι – και το απέδωσε στην προσπάθεια κάποιων μοναχών, να αναπαραστήσουν τον δράκο της Αποκαλύψεως. Η αποκάλυψη, δεν απογοήτευσε απλώς τον Λινναίο· τον εξανάγκασε να εγκαταλείψει δρομαίος το Αμβούργο, διότι ο ιδιοκτήτης του – ο δήμαρχος του Αμβούργου – είχε εξοργιστεί από την κατάρρευση της τιμής πώλησης του πλαστού ζώου στους συλλέκτες της εποχής. Ο επόμενος σταθμός του Λινναίου ήταν το Άμστερνταμ που το επισκέφτηκε, προκειμένου να δει τη συλλογή του Seba.

Η Ύδρα του Αμβούργου

Δεν είναι γνωστό αν ο Λινναίος και ο Seba μίλησαν για την «Ύδρα του Αμβούργου». Είναι βέβαιο όμως, ότι ο Seba είχε κι αυτός αμφιβολίες για την ύπαρξη του επτακέφαλου ζώου. Έχοντας όμως πειστεί, από μαρτυρίες ανθρώπων που διαβεβαίωναν ότι το είχαν δει, το συμπεριέλαβε στον 1ο τόμο του Θησαυρού του σε μια μονόχρωμη εκδοχή, που επιχρωματίστηκε αργότερα από τον John Chapman, έναν ταλαντούχο χαράκτη του 19ου αιώνα. Όμως και ο Λινναίος είχε συμπεριλάβει την Ύδρα του Αμβούργου, σε ένα παράρτημα της 1ης έκδοσης του έργου του: Systema naturae – το οποίο επέγραφε, ως Paradoxa – αναφέροντας όμως τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε το ζώο πλαστό.

Γιατί λοιπόν όλη αυτή η ιστορία; Πρώτον, διότι νομίζω ότι δείχνει πώς τα «Δωμάτια των Θαυμάτων» πραγμάτωναν τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος, προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αν δεν ταξινομούσαμε και δεν κατηγοριοποιούσαμε, δεν θα ήταν δυνατόν να βάζουμε μια τάξη στο χάος. Κι αν το είδος μας, δεν αγαπούσε να λέει, να γράφει και να ακούει ιστορίες – για όλα όσα η τάξη, μάς έχει βοηθήσει να προσλάβουμε – ίσως να μην είχε επιβιώσει.

Δεύτερον, διότι δείχνει, ότι η περιέργεια και η φαντασία – έστω και αχαλίνωτη – ήταν και εξακολουθεί να είναι η κινητήριος δύναμη της επιστήμης.