Οι συνεντεύξεις των επιστημόνων δεν αποτελούν τις μοναδικές, ούτε – πάντα – τις ασφαλέστερες πηγές για να κατανοήσει κανείς, πώς προχωρά, πώς γίνεται η επιστήμη. Μεροληψίες, αποσιωπήσεις, ωραιοποιήσεις, διεκδίκηση προτεραιότητας, γραμμικότητες – εκεί που υπάρχουν μαίανδροι – μπορεί να παραποιούν αυτό που πραγματικά συμβαίνει σε ένα εργαστήριο. Ακόμη κι έτσι όμως ρίχνουν φως στο ανεπίσημο κομμάτι της δημιουργικότητας· στο ανθρώπινο και κοινωνικό υπόστρωμα της έρευνας, έστω με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται και το παρουσιάζει ο επιστήμονας που τις δίνει.
Μακρύς πρόλογος, για ένα ακόμα μεγαλύτερο κείμενο από συνέντευξη* που έδωσε το 1978 ο νομπελίστας (1969) Max Delbrück, ένας εκ των θεμελιωτών της Μοριακής Βιολογίας. Αν και οι βασικές σπουδές του ήταν στη Φυσική, και διετέλεσε μαθητής του Niels Bohr κατά τη διάρκεια της ραγδαίας ανόδου της κβαντομηχανικής, θέλχθηκε – υπό την παρακίνηση του Τιμοφέγιεφ – Ρεσσόφσκι – από τη βιολογία, ώστε μετά τη μετακόμισή του στις ΗΠΑ να στραφεί εντελώς σε αυτήν. Αποτέλεσμα της στροφής αυτής ήταν η μελέτη του μηχανισμού αντιγραφής των ιών (βακτηριοφάγων) και της δομής του γενετικού υλικού τους, χάρη στην οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.
Το απόσπασμα που παραθέτω, είναι κάπως επίκαιρο, διότι είναι συνέχεια της απάντησης που δίνει ο Max Delbrück στην ερώτηση της δημοσιογράφου, για το πώς αποτιμά την προσωπικότητα του προσφάτως εκλιπόντος James Watson.

«Οι επιστήμονες είναι τόσο αλλόκοτοι (freaks), ανώριμοι και ανισόρροποι, όσο και πολλοί άλλοι άνθρωποι και έχουν όνειρα δόξας, όπως τα αγόρια ηλικίας 15 και 16 ετών. Ονειρεύονται δόξα, και εμμένουν στο όνειρο αυτό, όπως ο γιος μου, ο Τόμπι. Θα γίνει φοιτητής στο UCSD και θέλει να ασχοληθεί με συστημική ανάλυση. Είμαι σίγουρος ότι έχει μεγάλες φιλοδοξίες. Ότι αυτός είναι ο τρόπος για να αποκτήσει εξουσία και έλεγχο της εξουσίας, και τέτοια πράγματα. Μπορείτε να κάνετε εικασίες σχετικά με αυτήν την επιθυμία υιοθετώντας οποιαδήποτε προσέγγιση Φροϋδική ή άλλη, όμως δεν νομίζω ότι η επιθυμία αυτή περιορίζεται στην επιστήμη.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι ότι συνδυάζει αυτή την επιδίωξη με μια αποχώρηση από τον κόσμο. Άλλοι άνθρωποι θέλουν να αποκτήσουν δύναμη βγαίνοντας στον κόσμο, αλλά ο επιστήμονας πραγματικά θέλει να αποκτήσει δύναμη αποχωρώντας από αυτόν. Μπορώ επίσης να πω ότι πολύ νωρίς αποφάσισα ότι όταν κάνεις επιστήμη, ενδέχεται να αλλάξεις τον κόσμο πολύ περισσότερο από ό,τι τον άλλαξε ο Καίσαρας ή οποιαδήποτε από τις μεγάλες στρατιωτικές ή πολιτικές προσωπικότητες και ότι μπορείς να καθίσεις πολύ ήσυχα σε μια γωνία και να το επιτύχεις.
Έτσι, αυτό το όνειρο της δύναμης είναι μια συνειδητοποίηση ότι τα μεγάλα πράγματα στον κόσμο δεν γίνονται απαραίτητα με μεγάλο κόστος μηχανικής ή χημικής ενέργειας, αλλά με μικρές αναταραχές που – εντούτοις – προκαλούν μεγάλα αποτελέσματα. Δεδομένου ότι αυτό είναι τόσο εμφανές στην επιστήμη – ότι το άτομο που σκέφτεται και λύνει προβλήματα μπορεί να προκαλέσει τρομερά αποτελέσματα, και ίσως ακόμη και να κερδίσει το βραβείο Νόμπελ αν θέλει να εστιάσει την προσοχή του σε αυτό – δεν το κάνει και τόσο διαφορετικό.
Δεν θέλω να υποτιμήσω το βραβείο Νόμπελ γιατί όταν ήρθε θα έλεγα ότι δεν με συγκλόνισε, επειδή γνώριζα ότι αυτό που είχα κάνει ήταν συγκρίσιμο με αυτό που είχαν κάνει άλλοι άνθρωποι, και έτσι ήμουν στο ίδιο επίπεδο με πολλούς από αυτούς. Ήξερα επίσης ότι ήταν πολύ αυθαίρετο ποιος παίρνει και ποιος δεν παίρνει βραβείο Νόμπελ, καθώς υπάρχουν πολλοί άνθρωποι των οποίων η συνεισφορά είναι πολύτιμη. Πάντως όταν ήρθε, ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο».
* Η συνέντευξη που έδωσε ο Max Delbrück στην Carolyn Harding ελήφθη από τα αρχεία του Caltech.

